Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

"Η άρνηση στους Ευρωπαίους του δικαιώματος τους στην ίδια τους την κληρονομιά, την ιστορία και τελικά τις ίδιες τις φυσικές τους πατρίδες, έχει γίνει κομμάτι της βασικής κουλτούρας της σύγχρονης δύσης. Μαζική μετανάστευση, επιλεκτική και προσβλητική προπαγάνδα και ένα συνεχές μπαράζ διεστραμμένης και στην καλύτερη άσκοπης καταναλωτικής κουλτούρας, όλα μαζί συνεισφέρουν στην μετατροπή της Ευρώπης σε μια μη-ύπαρξη. Ο ιθαγενής της πληθυσμός αποτελείται κυρίως από ατομοκεντρικούς ...ανθρώπους, στους οποίους δεν υπάρχει ουδεμία ομοιότητα σκοπού ή κατεύθυνσης, που ολοένα και περισσότερο θυματοποιούνται από ένα πολιτικό σύστημα χωρίς ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που κυβερνά. Υπάρχουν πολλές απόψεις ως προς το πώς συνέβη αυτό, αλλά η επανάσταση του Μάη του 1968 ήταν σίγουρα μοναδικής σημασίας στο να δημιουργηθεί η απολιτική, αυτό-καταστροφική κατάσταση που είναι σήμερα η μεταμοντέρνα Ευρώπη. Αυτό, όμως, δεν είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Δεν είναι κυρίως για το πώς συνέβη αυτό, αλλά περισσότερο για το τι πρέπει και τι θα έπρεπε να γίνει γι’ αυτό, και περισσότερο, ποιος θα το κάνει. Μετά την προδοσία των πολιτικών, δημοσιογραφικών και ακαδημαϊκών ψευτο-ελίτ και την αδράνεια μιας ολόκληρης γενιάς Ευρωπαίων που το επέτρεψε, πέφτει η ευθύνη στους ώμους των νέων - των περισσότερο θυμάτων της εκτροχιασμένης δυτικής κοινωνίας - να αλλάξουν την παλίρροια. Στην Γενιά της Ταυτότητας, ο ακτιβιστής Markus Willinger, εξηγεί την αντίληψή του για την ιδεολογία του πώς πρέπει να χτιστεί το κίνημα της ταυτότητας σε 41 σύντομα και άμεσα κεφάλαια. Ο Willinger παρουσιάζει μία ξεκάθαρη εικόνα του τι έγινε λάθος και δείχνει την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να κοιτάξουμε για τις λύσεις μας. Κινούμενος απρόσκοπτα ανάμεσα στις σφαίρες της ριζοσπαστικής πολιτικής και της υπαρκτικής φιλοσοφίας, η Γενιά της Ταυτότητας εξηγεί με ένα σύντομο, αλλά ποιητικό τρόπο τι πρέπει - ή τι θα έπρεπε- να λένε οι νέοι Ευρωπαίοι στους διεφθαρμένους εκπροσώπους των υπέργηρων κοινωνικών δομών που κυριαρχούν στην ηπειρό μας. Αυτό δεν είναι ένα μανιφέστο, είναι μια κήρυξη πολέμου."
Παραγγελίες: www.patriamag.gr, www.arktos.com


 

15ο τεύχος του περιοδικού "ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ".
Περιεχόμενα:  Το Κέρας, Ο Μύθος της Μαύρης Ένωσης, Sword of a Paladin,  Άρθουρ Κλάρκ: Οι επικυρίαρχοι (Childhood's End), Abraham Grace Merritt, Σεπτήριον, Συνέντευξη με τους Κώστα και Γιάννη Μανόπουλο, War Flag of the Sun, Πολύτιμα Μέταλλα, Ρόδες από ατσάλι και αέναος Ρομαντισμός, Άλμος ο Οξύς, Φόρος τιμής στον Βασίλη Πολυδούρη, Πένα και Ξίφος, Αμφίπολη, Αστρικός Έρωτας.
Το ταξείδι συνεχίζεται....

 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015


Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Lovecraft

του Kerry Bolton
B' Μέρος


Η ψήφος ανενημέρωτων ψηφοφόρων, επί της οποίας βασίζεται η δημοκρατία, έγραφε ο Lovecraft, «υπόκειται σε τρανταχτό κοσμικό γέλωτα». Το παγκόσμιο franchise σήμαινε ότι οι δίχως προσόντα, οι οποίοι εν γένει εκπροσωπούν κάποια «σκοτεινά συμφέροντα», θα λάμβαναν θέσεις, επειδή έχουν την «πλέον αστόχαστη γλώσσα» και τις «πιο φανταχτερές επωδούς».
 
Η αναφορά του σε «σκοτεινά συμφέροντα» σχετίζεται μόνον με την κατανόηση της ολιγαρχικής φύσεως της δημοκρατίας. Αυτή θα έπρεπε να αντικατασταθεί από μία «λογική φασιστική κυβέρνηση», όπου η απόκτηση αξιώματος προϋποθέτει μία εξέταση των γνώσεων στην οικονομία, την ιστορία, την κοινωνιολογία και την διοίκηση επιχειρήσεων, μολονότι καθένας – εκτός από τους αναφομοίωτους ξένους-θα μπορούσε να συμμετάσχει.

Ένα έτος μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι το 1922, ο Lovecraft  έγραψε ότι είδε στην Φασιστική Ιταλία «το είδος του δεσποτικού κοινωνικού και πολιτικού  ελέγχου, ο οποίος μόνος του παράγει, όσα κάνουν την ζωή όμορφη ».

Αυτό είναι που επίσης  εκτιμούσε ο Ezra Pound στην Φασιστική Ιταλία, καθώς έγραφε ότι «ο Μουσολίνι είπε στον λαό του ότι η ποίηση αποτελεί ανάγκη για το κράτος » [10] Και: «Δεν πιστεύω ότι οποιαδήποτε εκτίμηση για τον Μουσολίνι θα έχει ισχύ, εκτός εάν ξεκινά από το πάθος του για κατασκευή. Αντιμετωπίστε τον ως artifex [αριστοτέχνης] και όλες οι λεπτομέρειες θα μπούν στην θέση τους. Εκλάβετέ τον ως ο,τιδήποτε, εκτός από καλλιτέχνη και θα μπερδευτείτε με αντιφάσεις». [11]

Τέτοιες μορφές,  όπως οι  Pound, Marinetti, and Lovecraft έβλεπαν τον φασισμό ως κίνημα, το οποίο μπορούσε να υποτάξει τον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό σε υψηλή τέχνη και κουλτούρα, απελευθερώνοντας τις μάζες από μία χονδροειδή  και αποκτηνωτική εμπορευματοποιημένη  λαϊκή κουλτούρα.

Ο Lovecraft θεωρούσε τον Κόσμο αδιάφορο απέναντι στην  ανθρωπότητα και κατέληγε στο ότι το μοναδικό νόημα της ανθρώπινης υπάρξεως είναι να φθάσει σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα διανοητικής και αισθητικής αναπτύξεως. Αυτό που ο Sir Oswald Mosley αποκαλούσε  πραγμάτωση σε Υψηλότερες Μορφές  στην μεταπολεμική σκέψη του [12], και αυτό που ο Νίτσε αποκαλούσε σκοπό του Ανώτερου Ανθρώπου και του Υπερανθρώπου [13], δεν μπορούσε να επιτευχθεί μέσω «των χαμηλών πολιτιστικών δεδομένων μίας υπανάπτυκτης πλειοψηφίας. Ένας τέτοιος πολιτισμός που συνίσταται απλώς στην εργασία, στην τροφή, την πόση, την αναπαραγωγή, στην κενή οκνηρία και στο παιδαριώδες παιχνίδι δεν είναι άξιος διατηρήσεως ». Είναι μία μορφή παρατεταμένου θανάτου και είναι ιδιαιτέρως  επίπονη για την πολιτιστική ελίτ.

Ο Lovecraft ήταν βαθιά επηρεασμένος από τον Νίτσε και τον Oswald Spengler. [14] Αναγνώριζε την οργανική, κυκλική φύση της γεννήσεως, της νεότητος, της ωριμότητος, της γήρανσης και του θανάτου των πολιτισμών ως την βάση της ιστορίας της ανόδου και την πτώσεως των πολιτισμών.  Ούτως η κρίση, την οποίαν διήλθε ο Δυτικός Πολιτισμός από την εποχή της μηχανής δεν ήταν η μοναδική. Ο Lovecraft μνημονεύει το έργο του Spengler «Η Παρακμή της Δύσεως» ως υποστήριγμα της  απόψεώς του ότι ο πολιτισμός έφθασε στον κύκλο της «γηράνσεως».

Ο Lovecraft θεωρούσε την πολιτιστική παρακμή ως μία αργή διαδικασία, η οποία εκτείνεται από 500 μέχρι 1000 έτη. Αναζητούσε ένα σύστημα , που θα μπορούσε υπερβεί τους κυκλικούς  νόμους της παρακμής, κάτι το οποίο ήταν το κίνητρο για τον Φασισμό. [15]. Πίστευε ότι ήταν δυνατόν να επανεγκαθιδρύσει  μία νέα «ισορροπία»  στην διαδρομή από 50 μέχρι 100 έτη, δηλώνοντας: «Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τον πολιτισμό, όσο επιβιώνουν η γλώσσα και η γενική καλλιτεχνική παράδοση.» Η πολιτιστική παράδοση πρέπει να διατηρείται υπεράνω και πέραν των οικονομικών αλλαγών. [16]

Το 1915 ο εξέδωσε την δική του πολιτική επιθεώρηση με τον τίτλο «Ο Συντηρητικός», η οποία έφθασε τα 13 τεύχη μέχρι το 1923. Η επιθεώρηση αυτή επικεντρωνόταν στην υπεράσπιση του υψηλού πολιτιστικού επιπέδου, ιδιαιτέρως στον τομέα των Γραμμάτων, αλλά αντετίθετο, επίσης, στον φιλειρηνισμό, τον αναρχισμό και τον σοσιαλισμό και υπερασπιζόταν «τον μετριοπαθή, υγιή μιλιταρισμό» και τον «Παν-Σαξωνισμό», ήτοι «την κυριαρχία των Άγγλων και των συγγενών φυλών επί των κατώτερων τμημάτων της ανθρωπότητος».[17]

Όπως οι νεοσοσιαλιστές στην Ευρώπη, ο Lovecraft αντετίθετο στην υλιστική αντίληψη της Ιστορίας ως εξίσου αστική και Μαρξιστική. Θεωρούσε ότι ο Κομμουνισμός  «κατέστρεφε τον ενθουσιασμό για ζωή» χάριν μίας θεωρίας. [18] Απορρίπτοντας τον οικονομικό ντετερμινισμό ως πρωτεύουσα κινητήριο δύναμη της ιστορίας, έβλεπε «φυσικούς αριστοκράτες» να αναδύονται από όλα τα στρώματα του πληθυσμού, ανεξαρτήτως οικονομικής  καταστάσεως. Ο στόχος μίας κοινωνίας ήταν να αντικαταστήσει «την οικονομική κατάσταση με την προσωπική τελειότητα»[19], η οποία είναι, παρά την εκπεφρασμένη αντίθεση του Lovecraft προς τον «σοσιαλισμό»,  το δίχως άλλο κατ’ ουσίαν η ίδια με τον «ηθικό σοσιαλισμό», όπως αυτός διατυπώθηκε από τους Henri De Man, Marcel Deat και λοιπούς. Αντιμετώπισε τον Φασισμό ως την απόπειρα επιτεύξεως αυτής της μορφής αριστοκρατίας εντός του πλαισίου της σύγχρονης βιομηχανικής και τεχνολογικής κοινωνίας.

Ο Lovecraft θεωρούσε την επιδίωξη της «ισότητος» ως μία καταστρεπτική αιτιολογία για μία «αταβιστική επανάσταση» εναντίον του πολιτισμού, από αυτούς που δεν αντέχουν τον πολιτισμό. Το ίδιο κίνητρο αποτελεί την ρίζα του Μπολσεβικισμού, της Γαλλικής Επαναστάσεως, της θρησκείας «επιστροφή στην φύση» του Ρουσσώ και των Διαφωτιστών του 18ου αιώνος. Έβλεπε ότι την ίδια εξέγερση ανέλαβαν «υπανάπτυκτες φυλές»  υπό την ηγεσία των Μπολσεβίκων. [20]

Οι απόψεις αυτές είναι καθαρά νιτσεϊκές, αλλά πιο συγκεκριμένα απηχούν τις απόψεις του έργου «Η Εξέγερση Εναντίον του Πολιτισμού: Το Μένος του Υπανθρώπου»[21] του τότε δημοφιλούς συγγραφέως Lothrop Stoddard, το έργο του οποίου με το ενδιαφέρον του για την διατήρηση και την αναγέννηση του πολιτισμού και την απόρριψη των κατώτερων αξιακών συστημάτων, μετά βεβαιότητος θα είχε προσελκύσει τον Lovecraft.

Μολονότι ο Lovecraft απέρριπτε τον εξισωτισμό, δεν υιοθετούσε μία τυραννία , που καταπιέζει τις μάζες χάριν των ολίγων. Αντιθέτως, θεωρούσε την κυριαρχία της ελίτ ως αναγκαίο μέσον για την επίτευξη των υψηλότερων στόχων της πολιτισμικής πραγματώσεως. Ευχόταν να δεί την ανύψωση όσο το δυνατόν περισσότερων [22]. Απέρριπτε, επίσης, τους ταξικούς διαχωρισμούς ως «βάναυσους», είτε αυτοί απορρέουν από το προλεταριάτο είτε από την αριστοκρατία. «Οι τάξεις είναι κάτι, το οποίο πρέπει να απαλειφθεί ή να ελαχιστοποιηθεί-όχι να είναι επισήμως αναγνωρισμένες.».  Πρότεινε την αντικατάσταση της πάλης των τάξεων από ένα ολοκληρωμένο κράτος, το οποίο θα αντανακλά «το γενικό πολιτιστικό ρεύμα». Μεταξύ του ατόμου και του κράτους θα υπάρχει μία αμφίδρομη αφοσίωση.

Ο Lovecraft θεωρούσε τον φιλειρηνισμό ως «υπεκφυγή και ιδεαλιστική αερολογία ». Ανακήρυξε τον διεθνισμό «παραίσθηση και μύθο». [23] Θεωρούσε την Κοινότητα των Εθνών ως μία «κοσμική όπερα». [24] Οι πόλεμοι αποτελούν ένα συνεχές στην ιστορία και πρέπει να είμασθε προετοιμασμένοι μέσω γενικής στρατολογήσεως . [25] Ιστορικά ο πόλεμος ενδυνάμωνε «τον εθνικό ιστό», ο μηχανοποιημένος πόλεμος , όμως, είχε ακυρώσει την διαδικασία. Στην πραγματικότητα η μαζική καταστροφή που προξένησε η τεχνολογία κατά τον Πρώτον Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ευρέως αναγνωρισμένη ως δυσγονική. Το δίχως άλλο ο Ευρωπαίος, και ειδικότερα ο Αγγλο-Σάξωνας, πρέπει να διατηρήσει την ανωτερότητά του μέσω της δυνάμεως πυρός, διότι «η σφαίρα ενός εχθρού είναι πιο γλυκιά από το μαστίγιο του αφέντη» [26] Ωστόσο, όπως θα περίμενε κάποιος από έναν αντί-υλιστή, ο Lovecraft αποκήρυσσε  τον τυπικό σύγχρονο σκοπό του πολέμου, ήτοι της μάχης για εμπορική  κατίσχυση,  «[ενώ] ο ορθός σκοπός του εξοπλισμού [θα έπρεπε να είναι]  η άμυνα της πατρίδος και της φυλής». [27]

Θεωρούσε την Ιουδαϊκή εκπροσώπηση στις τέχνες ως υπεύθυνη για αυτό του ο Francis Parker Yockey θα αποκαλούσε «πολιτιστική διαστρέβλωση». Η Νέα Υόρκη είχε «πλήρως εξιουδαϊσθεί» και είχε χαθεί για τον «εθνικό ιστό». Η Σημιτική επιρροή στην λογοτεχνία, το δράμα, την οικονομία και την διαφήμιση δημιούργησε μία τεχνητή κουλτούρα και ιδεολογία «ριζικά εχθρική απέναντι  στην αρρενωπή Αμερικανική νοοτροπία». Όπως ο Yockey, έτσι και ο Lovecraft έβλεπε το Εβραϊκό Ζήτημα ως πρόβλημα «μίας ανταγωνιστικής κουλτούρας-παραδόσεως» παρά ως  φυλετική διαφορά. Ούτως οι Εβραίοι θα μπορούσαν να αφομοιωθούν από την αμερικανική πολιτιστική παράδοση. Το πρόβλημα των Νέγρων, ωστόσο, ήταν βιολογικό και έπρεπε να αναγνωρισθεί με την διατήρηση μία «απόλυτης γραμμής χρώματος». [28]

Αυτό το σύντομο σχεδίασμα είναι αρκετό, πιστεύω, για να καταδείξω ότι ο H. P. Lovecraft ανήκει στον φωτεινό κατάλογο των  δημιουργικών ιδιοφυΐων  του 20ου αιώνος - συμπεριλαμβανομένων των W. B. Yeats, Ezra Pound, D. H. Lawrence, Knut Hamsun, Henry Williamson, Wyndam Lewis, και Yukio Mishima-, η υπό των οποίων απόρριψη  του υλισμού, του εξισωτισμού και της πολιτιστικής παρακμής, τους οδήγησε στην αναζήτηση για μία ζωτική, ιεραρχική εναλλακτική τόσο απέναντι στον καπιταλισμό, όσο και απέναντι στο κομμουνισμό, μία αναζήτηση που τους οδήγησε στο να επεξεργασθούν και να αγκαλιάσουν τις πρωτοφασιστικές, τις φασιστικές ή τις εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες.

 

Σημειώσεις

[1] Zeev Sternhell, Neither Left Nor Right: Fascist Ideology in France (Princeton: Princeton University Press, 1986).

[2] Oscar Wilde, The Soul of Man Under Socialism, 1891.

[3] Έπειτα από την περιοδεία του C. H. Douglas στην Νέα Ζηλανδία οι λαϊκές μάζες κατανόησαν πολύ καλά το τραπεζικό σύστημα και την τοκογλυφία και η αναδιαμόρφωση του τραπεζικού συστήματος ήταν το κύριο σημείο του προεκλογικού προγράμματος που έδωσε την νίκη στου Εργατικούς. Όπως διέρρευσε, προσπάθησαν να μην τηρήσουν τις υποσχέσεις τους, ο Lee, όμως, κατάφερε, ώστε η Κυβέρνηση να χορηγήσει κρατική πίστωση 1% μέσω της Αποθεματικής Τραπέζης, για να δημιουργήσει το εικονικό και ανθεκτικό πρόγραμμα Κρατικής Στεγάσεως, το οποίο αμέσως μείωσε την ανεργία κατά 75%. Ο Lee συντόμως κατέστη σκληρός αντίπαλος του οπορτουνισμού των πολιτικών των Εργατικών. Η κρατική πίστωση, ωστόσο, μολονότι λησμονημένη από τους περισσότερους, παραμένει διαχρονικό παράδειγμα του πως μία κυβέρνηση μπορεί να παρακάμψει τις ιδιωτικές τράπεζες και να χορηγήσει δική της πίστωση.

 [4] Erik Olssen, John A. Lee (Dunedin, New Zealand: University of Otago Press, 1977), p. 66.

[5] K. R. Bolton, Thinkers of the Right (Luton: Luton Publications, 2003).

[6] H. P. Lovecraft: Selected Letters, ed. August Derleth and James Turner (Wisconsin: Arkham House, 1976), Vol. IV, p. 93.

[7] Selected Letters, vol. IV, p. 93.

[8] Selected Letters, vol. V, p. 162.

[9] Selected Letters, vol. IV, pp. 105–108.

[10] Quoted by E. Fuller Torrey, The Roots of Treason (London: Sidgwick and Jackson, 1984), p. 138.

[11] Ezra Pound, Jefferson and/or Mussolini, 1935 (New York: Liveright, 1970), pp. 33–34.

[12] Oswald Mosley, Europe: Faith and Plan (London: Euphorion, 1958), “The Doctrine of Higher forms,” pp. 143–47.

[13] Friedrich Nietzsche, Thus Spoke Zarathustra (Middlesex: Penguin Books, 1975), “The Higher Man,” pp. 296–305. Υπάρχει ένας υπαινιγμός  ψήγματος νιτσεϊκής φιλοσοφίας  στο έργο του Lovecraft «Μέσα από τις Πύλες του Ασημένιου Κλειδιού», όπου ο Κάρτερ αναγνωρίζει λέξεις πέρα από όσο φθάνει το μάτι κάποιου: «Ο Αληθινός Άνθρωπος κείται πέραν του καλού και του κακού» έψαλε μία φωνή. «Ο Αληθινός Άνθρωπος έφθασε στο Όλον (Lovecraft, The Dream Quest of Unknown Kadath [New York: Ballantine Books, 1982], “Through the Gates of the Silver Key,” p. 189).  (Lovecraft, The Dream Quest of Unknown Kadath [New York: Ballantine Books, 1982], “Through the Gates of the Silver Key,” p. 189).

[14] Oswald Spengler, The Decline of The West, 1928 (London: George Allen and Unwin, 1971).

[15] «Ο Φασισμός….ήταν ένα κίνημα προς διασφάλιση της εθνικής αναγεννήσεως από ανθρώπους που ένιωθαν να απειλούνται από την παρακμή και τον θάνατο και οι οποίοι ήταν αποφασισμένοι να ζήσουν, και να ζήσουν με μεγαλείο.» Sir Oswald Mosley, My Life (London: Nelson, 1968), p. 287.

[16] Selected Letters, vol. IV, p. 323.

[17] H. P. Lovecraft, “Editorial,” The Conservative, vol. I, July 1915.

[18] Selected Letters, vol. IV, p. 133.

[19] Selected Letters, vol. V, pp. 330–33.

[20] Selected Letters, vol. V, p. 245.

[21] Lothrop Stoddard, The Revolt of Against Civilization: The Menace of the Underman (London: Chapman and Hall, 1922).

[22] Selected Letters, vol. IV, pp. 104–105.

[23] Selected Letters, vol. V, pp. 311–12.

[24] Selected Letters, vol. IV, pp. 15–16.

[25] Selected Letters, vol. IV, p. 22.

[26] Selected Letters, vol. IV, pp. 311–12.

[27] Selected Letters, vol. IV, p. 31.

[28] Selected Letters, vol. IV, pp. 193–95

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014


Η Δημοκρατία είναι ένα ψευδές είδωλο – μία απλή επωδός και μία ψευδαίσθηση για τις κατώτερες τάξεις, τους οραματιστές και τους θνήσκοντες πολιτισμούς.
                                                    H.P. Lovecraft


Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Lovecraft
                                                                        Του Kerry Bolton
                                                                                        Mέρος Α

Για πολλούς από τους θαυμαστές του, τα πλέον τρομακτικά πράγματα που ο H. P. Lovecraft έγραψε δεν ήταν για τον Κθούλου, αλλά για την πολιτική. Αλλά, όπως ελπίζω να καταδείξω, οι πολιτικές πεποιθήσεις του άρχοντος του απειλητικού , παράλογου, μεταφυσικού τρόμου έχουν βαθιές ρίζες στην πραγματικότητα και την λογική. 
 Ο Lovecraft, όπως πολλοί από τους λογοτέχνες, οι οποίοι έγιναν Αριστεροί ή Δεξιοί στις αρχές του 20ου αιώνος, προβληματιζόταν με την επίδραση του καπιταλισμού και της τεχνολογίας στην κοινωνία και την κουλτούρα.  Ο οικονομικός υπεραπλουστευτισμός    του καπιταλισμού αντικατοπτριζόταν στον Μαρξισμό, αμφότεροι δε αποτελούσαν απορροές του αυτού σύγχρονου υλιστικού Zeitgeist.
Ξεκινώντας στα τέλη του 19ου αιώνος, η εκτεταμένη δυσαρέσκεια έναντι του υλισμού οδήγησε  στην αναζήτηση μίας εναλλακτικής μορφής της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και εναλλακτικών δομών του σοσιαλισμού, που διακατείχαν τις ηγετικές μορφές του σοσιαλισμού, όπως ο Georges Sorel.  Αυτό που προέκυψε νωρίς τον 20ο αιώνα αποκαλείται συχνά «νεοσοσιαλισμός» και «σχεδιασμός», των οποίων οι πλέον εξέχοντες υπέρμαχοι ήταν ο Marcel Deat στην Γαλλία και ο Henri De Man στο Βέλγιο. Ο Νεοσοσιαλισμός με την σειρά του συνέβαλε στην άνοδο του φασισμού [1].
Οι Νεοσοσιαλιστές  πρωτίστως φοβούνταν ότι η υλική αφθονία και η πολυτέλεια που υποσχόταν ο σοσιαλισμός θα οδηγούσε σε παρακμή και σε κοινοτυπία, εκτός  εάν συνδεόταν με μία ιεραρχική οπτική της κουλτούρας και της εκπαιδεύσεως. 
Αυτό ήταν , για παράδειγμα, το σημείο εστιάσεως του έργου του Oscar Wilde «Η Ψυχή του Ανθρώπου υπό τον Σοσιαλισμό», στο οποίο φαντάζεται έναν ατομικιστικό σοσιαλισμό, που απελευθερώνει την ανθρωπότητα από την οικονομική αναγκαιότητα να επιδιώκει  την αυτενέργεια και τις ανώτερες πολιτισμικές και πνευματικές δραστηριότητες, ακόμα και εάν αποτελούνταν αυτές από τον ήρεμο στοχασμό επί του Κόσμου. [2]
Τέτοιες ανησυχίες δεν μπορούν να παραβλεφθούν ως θηλυπρεπής δανδισμός. Τις μοιραζόταν, παραδείγματος χάριν, ο φημισμένος πολιτικός των Εργατικών της Νέας Ζηλανδίας κατά την περίοδο της Υφέσεως John A. Lee, ένας μονόχειρας ήρωας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον προσπάθησε να πιέσει την κυβέρνηση των Εργατικών κατά το 1935, ώστε να τηρήσει τις προεκλογικές υποσχέσεις της σχετικά με τις τραπεζικές και τις κρατικές πιστώσεις [3]. Σύμφωνα με τον Lee:
 «Ο Joe Savage . . . βλέπει τον σοσιαλισμό ως μία στοίβα αγαθών δικαίως και ισοτίμως μοιρασμένων και ως εργασία ισοτίμως κατανεμημένη. Είμαι βέβαιος ότι δεν τον βλέπει ως ευκαιρία να παίξει ποδόσφαιρο, να μαυρίσει στην παραλία, να χορέψει  fox trot, να ξαπλώσει κάτω από τα δέντρα, να απολαύσει την μέθη της ποιήσεως, το άρωμα των λουλουδιών, την χαρά μίας νουβέλας, τoν ενθουσιασμό της μουσικής.» [4]
Ο Lee οραματιζόταν μία μορφή σοσιαλισμού, ο οποίος δεν στόχευε πρωτίστως σε «στοίβες αγαθών και σε εργασία  ισοτίμως κατανεμημένη» ως αυτοσκοπό, αλλά ως μέσα επιτεύξεως ανωτέρων επιπέδων υπάρξεως. 
Αυτές τις νεοσοσιαλιστικές ανησυχίες μοιράζονταν επίσης οι Φασίστες και οι Εθνικοσοσιαλιστές.  Ο αγώνας εναντίον των εξουθενωτικών  και  ισοπεδωτικών επιδράσεων του πλούτου και της πολυτέλειας και η διαμόρφωση του χαρακτήρα και των προτιμήσεων των μαζών αποτελούσαν τον στόχο του Dopolavoro στην  Φασιστική Ιταλία και του Kraft Durch Freude στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, όσο ανησυχητική και εάν είναι η σκέψη αυτή στους σοσιαλιστές της Αριστεράς.
Όσο απίθανο και εάν φαντάζει το ενδεχόμενο να υπήρξε ο Lovecraft γνώστης αυτής της ιδεολογικής δίνης του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού, κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα επί μερικών καίριων θεμάτων.
Ο Lovecraft, όπως άλλοι συγγραφείς που απέρριπταν τον Μαρξισμό [5], έκριναν τόσο την δημοκρατία όσο και τον κομμουνισμό  ως «σφάλματα για τον Δυτικό Πολιτισμό»[6]. Αντιθέτως, ο Lovecraft προτιμούσε:
«…ένα είδος φασισμού το οποίο ενδεχομένως, ενώ βοηθά τις επικίνδυνες μάζες είς βάρος των άχρηστων πλουσίων, διατηρεί τα βασικά στοιχεία του παραδοσιακού πολιτισμού και αφήνει την πολιτική εξουσία στα χέρια μίας μικρής και καλλιεργημένης (αν και όχι υπερβολικά πλούσιας) κυβερνητικής τάξεως, σε μεγάλο ποσοστό κληρονομικής, αλλά και υποκείμενης σε σταδιακή αύξηση, καθώς άλλα άτομα καταφέρνουν να φθάσουν στο μορφωτικό επίπεδό της.»[7]
O Lovecraft φοβόταν ότι ο σοσιαλισμός, όπως ο καπιταλισμός, θα άνοιγε τον δρόμο στην παγκόσμια προλεταριοποίηση και στην συνεπακόλουθη κατάπτωση του πολιτισμού. Έτσι αντί αυτής πρότεινε την πλήρη απασχόληση και την μείωση του ωραρίου μέσω της μηχανοποιήσεως υπό την πολιτιστική καθοδήγηση ενός αριστοκρατικού σοσιαλιστικού-φασιστικού καθεστώτος.
Αυτή πάλι ίσως ήταν μία οξυδερκής διαίσθηση, η οποία αναπτύχθηκε στον  Lovecraft ανεξάρτητη, αλλά σε μεγάλο βαθμό αποτελούσε μέρος μίας νέας οικονομικής σκέψεως της εποχής. Στην Αγγλία η φαβιανή-σοσιαλιστική επιθεώρηση «Η Νέα Εποχή»  (The New Age) , την οποίαν εξέδιδε ο συντεχνιακός σοσιαλιστής A. R. Orage, απετέλεσε χώρο συζητήσεως επί της θεωρίας της «Κοινωνικής Πιστώσεως» του στρατηγού C. H. Douglas, την οποίαν πρότεινε ως εναλλακτική στο χρηματοπιστωτικό σύστημα , με την χορήγηση μία «κοινωνικής πιστώσεως» σε όλους τους πολίτες μέσω ενός «Εθνικού Μερίσματος», επιτρέποντας στην πλήρη αξία του προϊόντος να καταναλωθεί. Αποσκοπούσαν, επίσης, την προαγωγή της μηχανοποιήσεως,  προκειμένου να μειωθούν οι ώρες εργασίας και να αυξηθεί o ελεύθερος  χρόνος, τον οποίον θεωρούσαν ότι θα συνέβαλε στην άνθηση του πολιτισμού. (Οι ιδέες αυτές ανανέωσαν την αξία τους, καθώς το οκτάωρο, που το κέρδισε με πολύν αγώνα το πρώιμο εργατικό κίνημα, συρρικνώνεται.)
Τόσο ο Ezra Pound όσο και ο Νεοζηλανδός ποιητής Rex Fairburn υποστήριζαν την θεωρία της Κοινωνικής Πιστώσεως, διότι έκριναν ότι αποτελούσε το καλύτερο οικονομικό σύστημα για τις τέχνες και τον πολιτισμό.
Τον Lovecraft απασχολούσε η εξάλειψη των αιτιών μίας κοινωνικής επαναστάσεως και υιοθέτησε τον περιορισμό της ταχείας αυξήσεως του πλούτου, ενώ ταυτοχρόνως αναγνώριζε την ανάγκη της διατηρήσεως των μισθολογικών διαφορών βασισμένων στην αρετή. Σκοπός του ήταν η εξάλειψη των «οικονομικών ολιγαρχών»[8], κάτι που ήταν πρακτικά και σκοπός της Κοινωνικής Πιστώσεως των νεοσοσιαλιστών.
Ενώ θεωρούσε ως τον πρωταρχικό στόχο ενός έθνους την ανάπτυξη υψηλών αισθητικών και πνευματικών κριτηρίων, ο Lovecraft αναγνώριζε ότι μία τέτοια κοινωνία πρέπει να βασίζεται στην παραδοσιακή κοινωνική οργάνωση της «τάξεως, του θάρρους και της αντοχής», ο ορισμός που έδιδε στον πολιτισμό ως ένας κοινωνικός οργανισμός αφοσιωμένος σε «έναν υψηλό ποιοτικό σκοπό» επιβληθείς από το προαναφερθέν έθος.
Ο Lovecraft θεωρούσε ότι η πλέον αρμόζουσα ιεραρχική κοινωνική τάξη στις πρακτικές ανάγκες της νέας μηχανοποιημένης εποχής ήταν η  «φασιστική». Το «κίνητρο της ζήτησης-προσφοράς» θα αντικαθιστούσε το κίνητρο του κέρδους σε μία κρατικά ελεγχόμενη οικονομία, η οποία θα μείωνε τις εργάσιμες ώρες  και θα αύξαινε τις ώρες του ελεύθερου χρόνου.  Ο πολίτης τότε θα μπορούσε να ανεβάσει το πνευματικό και το πολιτιστικό επίπεδό του μέχρι του σημείου που οι έμφυτες ικανότητές του το επέτρεπαν, ούτως, «ώστε  ο ελεύθερος χρόνος του θα είναι αυτός ενός πολιτισμένου ανθρώπου παρά ενός θαμώνα του κινηματογράφου, των αιθουσών χορού και των οκνηρών βλακών των μπιλιάρδων.
Ο Lovecraft δεν αντιμετώπιζε το γενικό δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες  ως κάτι σοφό. Υιοθετούσε έναν τύπο νέο-αριστοκρατίας ή αξιοκρατίας, ψηφίζοντας υπέρ της διατηρήσεως των δημοσίων αξιωμάτων ως «εξαιρετικά περιορισμένων». Ένας τεχνολογικός, εξειδικευμένος πολιτισμός είχε καταστήσει το γενικό δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες  « παρωδία και αστείο».  Έγραφε ότι «Οι άνθρωποι εν γένει δεν έχουν οξύνοια να χειρίζονται έναν τεχνολογικό πολιτισμό αποτελεσματικά.» Ο Lovecraft  θεωρούσε αληθή αυτήν  την  αντιδημοκρατική αρχή, ανεξαρτήτως της κοινωνικής ή της οικονομικής  θέσεως κάποιου, είτε είναι υπηρέτης είτε ακαδημαϊκός.
 

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2014

Οι άνδρες των Freikorps ήταν υιοί του πολέμου, της ήττας και της επαναστάσεως του Νοεμβρίου. Ήταν απ’ ευθείας συγγενείς των «arditi»  του Fiume και των «squadristi», οι οποίοι εμφανίσθηκαν λίγο αργότερα στην Ιταλία και ενσάρκωναν ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που δεν θα εμφανιζόταν ποτέ ξανά. Σχηματίσθηκαν αρχικά στα χαρακώματα του Α’ Π.Π. Ο πόλεμος είχε εξαλείψει τους άνδρες που είχαν καταρρεύσει ψυχολογικά ή ηθικά συνθλιμμένοι από το μαρτύριο, και είχε ξεχωρίσει εκείνους, οι οποίοι βγήκαν δυνατότεροι και σκληρότεροι από πρίν. Ο Jünger τους συνέκρινε με τους παλαιούς Γερμανούς μισθοφόρους, των οποίων η μοναδική πατρίδα ήταν η σημαία τους. Ο πόλεμος είχε καταργήσει όλες τις κοινωνικές διαφορές μεταξύ τους, εξισώνοντάς τους σύμφωνα με κριτήρια, τα οποία δεν είχαν σχέση με την ζωή του πολίτη. Οι κοινωνικές ταξινομήσεις είχαν αντικατασταθεί από την τόλμη και το θάρρος, και ήθελαν πλέον να μεταφέρουν αυτήν την νέα ιεράρχηση  αξιών στην μεταπολεμική αστική κοινωνία. Με τον τρόπο τους ήταν σοσιαλιστές. Ο σοσιαλισμός τους, όμως, ήταν στρατιωτικός και δεν είχε σχέση με την επιδίωξη της ασφαλείας και της υλικής ευμάρειας.  Η μόνη ιεραρχία που αναγνώριζαν ήταν αυτή της αξίας. Όλοι τους μοιράζονταν την ίδια πίστη στην δύναμη της θελήσεως και στην ειλικρινή απόλαυση των συνοπτικών μεθόδων. Ενώ αναμφισβήτητα δεν αποτελούσαν την επιτομή όλης της ουσίας του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού, ήταν θεμελιώδες στοιχείο των κινημάτων αυτών, υπό την έννοια ότι ενσάρκωναν στην εποχή τους την πλέον ριζοσπαστική εξέγερση εναντίον του αστικού κόσμου.

Dominique Venner, Ο αιών του  1914

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

Το βασίλειο της Ελλάδας είναι βορά των κομμάτων. Ευφυής, φιλόπατρις, στηριζόμενη ακόμη σε μιαν αρχαία και παραδοσιακή οργάνωση (ορισμένοι βουλευτές εκλέγονται από πατέρα σε γιό στην Εθνική Αντιπροσωπεία) σχεδόν ανέγγιχτη από τον πυρετό του σοσιαλισμού, η Ελλάδα συντηρεί στην Αθήνα δύο χιλιάδες επίδοξους αξιωματούχους και βουλευτές. Αυτός ο λαός των δικηγόρων, των ρητόρων και των γιατρών δεν πρόκειται ποτέ να βρεί σε ολόκληρη την Ανατολή ικανό ποίμνιο για να κηρύξει την σοφία του, ικανό αριθμό πελατών για να τους θεραπεύσει και να τους συμβουλεύσει. Ποιος θα στηρίξει μια τόσο πολυπληθή αστική τάξη;

Πολύ φοβάμαι πως τελικά το κράτος θα υποχρεωθεί να εργάζεται και να πληρώνει για αυτούς. Ένα κράτος όμως που υπάρχει μόνο για να τρέφει και να προμηθεύει τα απαραίτητα στους πολίτες του, μοιραία οδηγεί την κοινωνία στην κατάρρευση. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ήδη αρκετοί, και, καθώς όλοι ασχολούνται με την πολιτική, ο αριθμός του ολοένα και θα αυξάνει. Οι μισθοί, σήμερα μέτριοι ή χαμηλοί, θα αυξάνονται επίσης με τον ίδιο ρυθμό, όσο ισχνά και αν παραμένουν τα αποθέματα απ’ όπου αντλούνται. Αυτή είναι η μοίρα των χωρών όπου το πλήθος έχει μεγάλη επιρροή. Οι εσωτερικές διαμάχες καταλήγουν σε συμβιβαστικές συμφωνίες επιζήμιες για την οικονομία. Όμως οι παράλογες αυτές συμφωνίες προκαλούν νέες συγκρούσεις, που με την σειρά τους οδηγούν σε νέους επαχθείς συμβιβασμούς. Φαύλος κύκλος που επαναλαμβάνεται ως τον απόλυτο εκφυλισμό, ως την στιγμή που στην σκηνή θα ανέβει ο Ξένος.

Σαρλ Μωρράς, Αθήνα 1896, Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, εκδόσεις Ωκεανίδα
Οι μηχανισμοί της Ιστορίας είναι ηρωικοί: ποτέ ο αριθμός δεν είναι καθοριστικός για την διαιώνιση μιάς φυλής. Ο ρόλος αυτός βαρύνει πάντοτε τους άριστους. Επιβίωσαν άραγε οι άριστοι των Ελλήνων; Εκεί είναι το θέμα.


Σαρλ Μωρράς, Αθήνα 1896, Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, εκδόσεις Ωκεανίδα