Σάββατο 25 Μαΐου 2013


ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΘΕΛΟΥΣΙΟ ΘΑΝΑΤΟ



Είμαι υγιής στο σώμα και το πνεύμα και πλήρης αγάπης για την σύζυγό μου και τα παιδιά μου. Αγαπώ την ζωή και δεν περιμένω κάτι παραπάνω, εκτός από την διαιώνιση της φυλής μου και πνεύματός μου. Στην δύση της ζωής μου, ωστόσο, μπροστά στους αμέσους κινδύνους για την Γαλλική και την Ευρωπαϊκή μου πατρίδα, νοιώθω το χρέος να δράσω, όσο έχω ακόμα την δύναμη. Πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να θυσιασθώ, για να διακόψω τον λήθαργο που μας μαστίζει. Εγκαταλείπω την ζωή που μου απομένει προκειμένου να διαμαρτυρηθώ και να θεμελιώσω. Διάλεξα έναν ιδιαιτέρως συμβολικό τόπο, τον Καθεδρικό Notre Dame των Παρισίων, τον οποίον σέβομαι και θαυμάζω: κτίσθηκε από την μεγαλοφυΐα των προγόνων μου σε τοποθεσία ακόμα αρχαιότερων λατρειών, οι οποίες υπενθυμίζουν τις πανάρχαιες ρίζες μας.

Ενώ πολλοί άνθρωποι είναι σκλάβοι των ζωών τους, η χειρονομία μου ενσαρκώνει μία ηθική της θελήσεως. Παραδίδω τον εαυτό μου στον θάνατο, για να αφυπνίσω κοιμισμένες συνειδήσεις. Επαναστατώ ενάντια στην μοίρα. Διαμαρτύρομαι εναντίον των δηλητηρίων της ψυχής και των ασυγκράτητων ατομικών επιθυμιών που καταστρέφουν τα ερείσματα της ταυτότητός μας, συμπεριλαμβανομένης της οικογένειας, την μύχια βάση του υπερ-χιλιετούς πολιτισμού μας. Ενώ υπερασπίζομαι την ταυτότητα όλων των λαών στις πατρίδες τους, επαναστατώ εξίσου απέναντι στο έγκλημα της αντικαταστάσεως του δικού μας λαού.

Η κυρίαρχη συζήτηση δεν μπορεί να αφήσει πίσω της τις τοξικές αμφιβολίες και οι Ευρωπαίοι πρέπει να υφίστανται τις συνέπειες. Ελλείψει μίας θρησκείας –ταυτότητος , η οποία μπορεί να αποτελεί αγκυροβόλιο για εμάς, μοιραζόμασθε μία κοινή μνήμη, η οποία πηγαίνει πίσω ως τον Όμηρο, ένα θησαυροφυλάκιο όλων των αξιών , επί των οποίων θα θεμελιωθεί η μελλοντική αναγέννησή μας, μόλις θέσουμε τέρμα στην μεταφυσική του απεριόριστου, την ολέθρια πηγή όλων των σύγχρονων υπερβολών.

Απολογούμαι εκ των προτέρων σε οποιονδήποτε θα υποφέρει εξαιτίας του θανάτου μου, πρωτίστως και κυρίως στην σύζυγό μου, τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, όπως, επίσης, και στους φίλους μου και τους εμπίστους. Όταν, όμως, υποχωρήσουν ο πόνος και το σόκ, δεν αμφιβάλλω ότι θα καταλάβουν το νόημα της κινήσεώς μου και ότι θα μετουσιώσουν την θλίψη τους σε υπερηφάνεια. Ελπίζω ότι θα αντέξουν όλοι μαζί. Στα πρόσφατα γραπτά μου θα βρούν νύξεις και εξηγήσεις για τις πράξεις μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Για περισσότερες πληροφορίες μπορεί κάποιος να απευθυνθεί στον εκδότη μου, τον Pierre-Guillaume Roux. Δεν είχε πληροφορηθεί για την απόφασή μου, αλλά με γνωρίζει πολύν καιρό.

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

Yukio Mishima, Yojuro Yasuda και Φασισμός



Του Romano Vulpitta


Πηγή: www.counter-currents.com




Ο Romano Vulpitta (γεννηθείς το 1939) είναι Ιταλός πρώην διπλωμάτης και μελετητής της Ιαπωνικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην Ρώμη και απεφοίτησε από την Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου ενός Ρώμης. Εισήχθη στο Υπουργείο Εξωτερικών ενός Ιταλίας το 1964. Υπήρξε καθηγητής Σύγχρονης Ιαπωνικής Λογοτεχνίας στην Νάπολη από το 1972 έως το 1975. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ιαπωνία και έγινε καθηγητής στο Kyoto Sangyo Πανεπιστήμιο με ειδίκευση ενός Ευρωπαϊκές Επιχειρηματικές Σπουδές και ενός Ιαπωνο-Ευρωπαϊκές Συγκριτικές Πολιτισμικές Σπουδές. Είναι συγγραφέας των έργων «Οι συνθήκες του Αήττητου: Yojuro Yasuda και Σκέψεις για τον κόσμο» και «Μουσολίνι: Η ιστορία ενός Ιταλού». Έχει συνταξιοδοτηθεί και διαμένει στην Ιαπωνία. Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε ως διάλεξη τον Οκτώβριο του 2012.




ΜΕΡΟΣ Α’


1. Η εκτίμηση για τον Mishima μεταξύ των Ιταλών Εθνικιστών


Το τρέχον έτος σηματοδοτεί την ενενηκοστή επέτειο της «Πορείας προς την Ρώμη» του Μουσολίνι. Το μεγάλο όνειρο που αγκάλιασε ο ιταλικός λαός – το όνειρο ενός ολόκληρου έθνους – το αγκάλιασε και ο Yukio Mishima, παρά τις διαφορές στην μορφή και την έκφραση.

Θα ήθελα να εκφράσω τις σκέψεις μου για το θέμα αυτό. Ο Mishima είναι δημοφιλής στους Ιταλούς Εθνικιστές. Πώς έγινε ο Mishima ήρωας για τους Εθνικιστές; Η Ιταλία αποτελεί την πρώτη ξένη χώρα, όπου τα λογοτεχνικά έργα του Mishima μεταφράζονται και εκδίδονται. Καινούργιες ή αναθεωρημένες εκδόσεις εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμη μέχρι και σήμερα. Ομιλίες, διαλέξεις και ταινίες για τον Mishima και τα έργα του, όπερες βασισμένες στα έργα του, όπως και πλήθος άλλων εκδηλώσεων μνήμης πραγματοποιούνται συνεχώς στην Ιταλία.


Η ταινία «Πατριωτισμός» προβλήθηκε τον Νοέμβριο του 2009 και ήμουν εκεί, για να δώσω μία διάλεξη με θέμα «ο Yukio Mishima και ο Ιαπωνικός Ρομαντισμός». Τον Μάρτιο του 2012 ένας άλλος συγγραφέας προγραμμάτισε μία παράσταση του έργου του Mishima «Φωνές των Ηρωικών Ψυχών» στην Ρώμη.


Μεταξύ των Ιταλών ΝεοΦασιστών, ειδικά των νεαρών, ο Mishima απολαμβάνει μίας μεγάλης δημοτικότητος. Τον προσεγγίζουν ως διανοητή και ως ηθοποιό , παρά ως λογοτέχνη. Τον λατρεύουν ως ήρωα, ο οποίος πέθανε για τις αξίες του παραδοσιακού πολιτισμού της Ιαπωνίας και τον θεωρούν ως μία ενσάρκωση της Ιαπωνίας, του έθνους των Σαμουράι και των Καμικάζι.


Το γεγονός ότι ο Mishima κατέστη μία ιδανική προσωπικότητα στα μάτια πολλών Ιταλών νεοφασιστών οφείλεται στο ότι διακρίνουν στον Mishima το δικό του αξιακό σύστημα. Στις επόμενες παραγράφους θα πραγματευθώ την σχέση μεταξύ Mishima και φασισμού και τα σημεία συμπτώσεως μεταξύ του φασισμού και των ιδεωδών, τα οποία αποτελούν μέρος της λογοτεχνίας του Mishima.


2. Η γνώμη του Mishima για τον Φασισμό


Οι Ιταλοί Φασίστες λατρεύουν την Ιαπωνία πρίν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν πολλοί Ιταλοί, οι οποίοι έχουν μία θετική άποψη για την Ιαπωνία ως έναν παλαιό σύμμαχο στον Πόλεμο.


Παρά το γεγονός ότι η ιταλική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Pietro Badoglio παρεδόθη στις συμμαχικές δυνάμεις τον Σεπτέμβριο του 1943, υπήρχαν ακόμα πολλοί Ιταλοί, οι οποίοι ήθελαν να συνεχίσουν τον αγώνα στο πλευρό του Άξονος. Αφότου ο Μουσολίνι διεσώθη από την Χιτλερική Γερμανία και έγινε ο επικεφαλής της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (R.S.I.), αυτοί που συμμετείχαν στην Δημοκρατία συμπαθούσαν και εκτιμούσαν την Ιαπωνία, όπως σήμερα τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.


Υπάρχει μία ισχυρή τάση τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ιαπωνία να θεωρείται ο Mishima ως ο εμβληματικός Ιάπωνας φασίστας. Η πρώτη φορά που σχετίσθηκε γραπτό του Mishima με τον Φασισμό ήταν όταν «Η Εμπροσθοφυλακή», το επίσημο περιοδικό του Ιαπωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, χαρακτήρισε το έργο του Mishima «Το όμορφο αστέρι» ως φασιστικό. «Το όμορφο αστέρι» περιέγραφε την ιστορία μερικών διανοουμένων, οι οποίοι πέφτουν πίσω στην πρωτόγονη και άγρια κατάσταση της ανθρωπότητος τιθέμενοι σε ακραίες συνθήκες πείνας στα όρια του θανάτου. Οι κριτικοί ισχυρίσθηκαν ότι η αντι-διανοουμενίστικη θέση του έργου και η σκληρότητά του ήσαν ενδεικτικά του Φασισμού ή του Ναζισμού.


Η συζήτηση πάνω στον φασίστα Mishima συνεχίσθηκε για ένα έτος περίπου και έκτοτε η ιδέα του φασίστα Mishima παρέμεινε και στην Ιαπωνία και στο εξωτερικό. Η φερόμενη βάση του επιχειρήματος αυτού είναι ο πατριωτισμός του, ο φιλομοναρχισμός του, ο μιλιταρισμός, ο αντικομμουνισμός και η αμφισβήτηση της Δημοκρατίας, η οποία ήταν ορατή, ακόμα και στα λογοτεχνικά έργα του, σύμφωνα με τους κριτικούς του.


Ποια είναι, λοιπόν, πραγματικά η σχέση μεταξύ Mishima και Φασισμού; Στα σχολικά του χρόνια ο Mishima είχε σε μεγάλη εκτίμηση τον Μουσολίνι, πράγμα εμφανές στα ημερολόγιά του του 1940, όπου τον αναφέρει συχνά. Έπειτα το 1968 υπήρξε το «Ο φίλος μου ο Χίτλερ», το οποίο αποκαλύπτει εξίσου το ενδιαφέρον του Mishima για τον Χίτλερ. Τα γεγονότα αυτά, ωστόσο, δεν επαρκούν, για να αποκληθεί ο Mishima φασίστας.


Ο ίδιος θεωρώ ότι σημαντικότερο το γεγονός ότι ο λογοτέχνης Mishima λάτρευε τον Gabriele D’Annunzio, ο οποίος ως ποιητής συνέβαλε τα μέγιστα στον σχηματισμό της φασιστικής σκέψεως και αξιών. Το γεγονός ότι ο Mishima βρίσκει τόσες αντηχήσεις με τον D’Annunzio υποδηλώνει ότι, τουλάχιστον εμμέσως, ο Mishima ενδιαφερόταν για τις αξίες του Φασισμού και ότι είχε επηρεασθεί από αυτές.


3. Η κοινή γλώσσα που ελκύει τους Φασίστες


Όπως προανεφέρθη η δικαιολογητική βάση του χαρακτηρισμού του Mishima ως φασίστα είναι είναι ο πατριωτισμός του, ο φιλομαναρχισμός του και ο μιλιταρισμός του. Η θεωρία αυτή, όμως, είναι επιφανειακή και πηγάζει από την προκατάληψη που συνδέει τον Φασισμό ως πολιτική φιλοσοφία με μιλιταριστικές, αντιδραστικές και βίαιες εικόνες.


Η συζήτηση για τον Φασισμό υπό ένα πολιτικό πρίσμα πέφτει σε ένα τεράστιο εμπόδιο: δεν έχει δοθεί ακόμα ένας πλήρης ορισμός του Φασισμού. Με όρους πολιτικής επιστήμης και της ιστορίας των ιδεών η φύση του Φασισμού παραμένει ένα σημαντικό σημείο διαμάχης. Υπάρχουν τόσες πολλές ερμηνείες του Φασισμού όσοι και οι φασίστες, με καθέναν εξ αυτών να πιστεύει ότι είναι αυθεντικός φασίστας.


Όταν ομιλούμε για την λογοτεχνία και για τις φασιστικές αξίες του Mishima παρά για τον Φασισμό ως πολιτική φιλοσοφία, θα πρέπει να αναλύσουμε την αντίληψή του για τον κόσμο και την αντίληψή του για την ζωή και τις αξίες της. Παραδείγματος χάριν, όταν ανατρέχουμε σε διάφορα έργα του Mishima, τα «Εξομολογήσεις μίας μάσκας» και «Ο ναός του χρυσού » αποσπούν εκθειαστικούς επαίνους ακόμα και από την Αριστερά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές. Κάποια, όμως, από τα υπόλοιπα έργα του, όπως τα «Πατριωτισμός», «Φωνές των ηρωικών ψυχών» και «Ήλιος και ατσάλι» μετά βίας εκτιμώνται έως και ξεκάθαρα απορρίπτονται από την ίδια ομάδα.


Έργα, ωστόσο, όπως το «Πατριωτισμός» δημιουργούν θόρυβο και εμπάθεια όχι μόνον στην Ιταλία, αλλά και στους εθνικιστές κάθε έθνους. Πιο συγκεκριμένα, οι νεοφασίστες στην Ιταλία ενστικτωδώς κατανοούν και εκτιμούν έργα όπως τα «Ο νεαρός σαμουράι» και «Χαγκακούρε: Το μονοπάτι του σαμουράι». Το γεγονός αυτό φανερώνει περισσότερα κοινά στην γλώσσα παρά στην ιδεολογία, καθώς αυτό που οι νεοφασίστες συμπαθούν είναι η γλώσσα του Mishima.


Νοήματα λέξεων-κλειδιών και τα συναισθήματα που περιέχονται στους όρους αυτούς διαφοροποιούνται ανά ξεχωριστά πρόσωπα. Για παράδειγμα, όροι όπως «πατρίδα», «έθνος», «θυσία», «ήρωας», «δράση», «ιστορία», «στρατός» προκαλούν διαφορετικές ερμηνείες και αποκρίσεις σύμφωνα με τον τρόπο σκέψεως του καθενός. Στην περίπτωση, όμως, του Mishima και των Ιταλών Φασιστών, τέτοιες λέξεις είναι απολύτως κατανοητές μεταξύ τους.


Γνώρισα τον Yojuro Yasuda[1] στα γεράματά του. Παρά τις διαφορές μας στην ηλικία και την κουλτούρα, κατενόησα τα λόγια του κατά την προαναφερθείσα έννοια. Υπάρχει ένα συναισθηματικό περιεχόμενο της γλώσσας, π.χ. οι ως αν λέξεις-κλειδιά, το ποίο εκφράζει τον τρόπον που κάποιος θεάται τον κόσμο, την ανθρωπότητα και την ζωή. Εάν υπάρχει μία κοινή γλώσσα, η κοσμοθεώρηση και οι αξίες εντός της κοινής αυτής γλώσσας είναι κοινές εξίσου.


4. Η κοσμοϊστορική «Πορεία προς την Ρώμη»


Στην εποχή μας ο Φασισμός έχει δαιμονοποιηθεί, γεγονός το οποίο σε μεγάλο ποσοστό αποτελεί ζήτημα λέξεων. Ο όρος «φασισμός» έχει αποκτήσει κακό περιεχόμενο και η ουσία του έχει κατ’ αυτόν τον τρόπο αλλάξει. Αυτό χρησιμεύει ως παράδειγμα για την διττότητα των γλωσσών. Το αρνητικό νόημα του όρου έχει καταστεί σταθερό σε ολόκληρο τον κόσμο. Το γεγονός αυτό αποτελεί λαμπρό παράδειγμα της νίκης των αριστερών διανοουμένων και πολιτικών στον «πόλεμο των λέξεων». Πέραν του παραδείγματος του Φασισμού οι αριστεροί διανοούμενοι έχουν εξασφαλίσει ότι η διάλεκτός τους έχει διαχυθεί στα μέσα μαζικής επικινωνίας διαμορφώνοντας επιτυχώς την παγκόσμια γνώμη.


Για παράδειγμα, ενώ ο όρος «Δεξιά» συνεπιφέρει μία γενικά αρνητική υποδήλωση στην παγκόσμια κοινή γνώμη, ο όρος «Αριστερά» είναι διαφορετικός. Ενώ η εικόνα του «συντηρητικού» είναι κάπως απρεπής, η εικόνα του «προοδευτικού» είναι ευχάριστη. Στην διαδρομή της επιμόνου προωθήσεως της δικής της γλώσσας στον κόσμο, η Αριστερά επιτυχώς προώθησε τις εικόνες που ενσωματώνονται σε μία τέτοια γλώσσα.


Ως αποτέλεσμα, ο «Φασισμός» κατέστη όρος υβρεολογίου και διαρκώς εξαντλείται και υπόκειται σε κατάχρηση: «η αμερικανική πολιτική είναι φασιστική», «ο Στάλιν είναι φασίστας», «η Αλ Κάιντα είναι φασιστική» κλπ. Όποτε πρόκειται κάποιος να δαιμονοποιηθεί, κατηγοριοποιείται ως «φασίστας». Με τον τρόπον αυτόν ο Φασισμός έχασε το αρχικό του νόημα και κατέστη ένας όρος εντελώς κενός περιεχομένου,


Ο Φασισμός, όμως, δεν ήταν απαραίτητα ένα βδέλυγμα πρίν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρχε μία ποικιλία απόψεων περί του Φασισμού , η εικόνα του οποίου διήλθε αλλαγών με το πέρας του χρόνου. Η Αριστερά, βεβαίως, άρχισε να αποδίδει αντιδραστικές και δικτατορικές εικόνες στον όρο «Φασισμός» από νωρίς. Η κατάχρηση του όρου ξεκίνησε αχαλίνωτα στην δεκαετία του ’20 και οι Ιταλοί κομμουνιστές αποκαλούσαν ακόμη και τους σοσιαλιστές αντιπάλους τους «φασίστες». Κατόπιν, με την άνοδο του μουσολινικού καθεστώτος και την επακόλουθη πολιτική και οικονομική σταθεροποίηση της Ιταλίας, ο Φασισμός συνέβαλε στην άνοδο της διεθνούς θέσεως της Ιταλίας,


Στην δεκαετία του ’30 γεννήθηκε μία παγκόσμια προσδοκία ότι ο Φασισμός θα συνέβαλε στην εγκαθίδρυση μίας νέας παγκοσμίου τάξεως και σε πολλές χώρες εμφανίσθηκαν φασιστικά κόμματα.


Όπως επισημάνθηκε εξ αρχής, πέρασαν ενενήντα γεμάτα έτη από την Πορεία προς την Ρώμη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1922. Η άνοδος του Μουσολίνι στην εξουσία εκείνη την εποχή προκάλεσε τεράστιο αντίκτυπο ανά τον κόσμο.


Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ξέσπασαν στην Ρωσία επαναστάσεις, οι οποίες οδήγησαν στην γένεση του πρώτου κομμουνιστικού καθεστώτος. Έπειτα, οι κομμουνιστές πήραν την εξουσία στην Ουγγαρία και επέκτειναν σε μεγάλον βαθμό την επιρροή τους στην Γερμανία και την Ιταλία. Αντιμετωπίζοντας την πιθανότητα των σαρωτικών κομμουνιστικών κινημάτων στην Ευρώπη και αισθανόμενοι την απόλυτη απειλή μίας επαναστάσεως, οι Φασίστες της Ιταλίας έδρασαν προς τον εκμηδενισμό της απειλής της Αριστεράς και εξαπέλυσαν μία επανάσταση αρκετά διαφορετική σε σχέση με την Ρωσική και την Γαλλική επανάσταση. Ακριβώς στο σημείο αυτό έγκειται η κοσμοϊστορική σημασία της Πορείας προς την Ρώμη.


Το ιταλικό φασιστικό κίνημα ξεκίνησε με τον σχηματισμό των «Μαχίμων Φασιστών» το 1919. Οι εμβληματικοί του μελανοχίτωνες καθυπέταξαν τις διάφορες αριστερές ομάδες του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού κόμματος εντός μικρού χρονικού διαστήματος και το κίνημα αύξησε την ορμή του σταθερά μέχρις ότου κέρδισαν την εθνική πολιτική εξουσία. Ενώ ο Μουσολίνι κέρδισε πέντε χιλιάδες θλιβερές ψήφους το 1919 και έχασε κατά μεγάλο ποσοστό, επέστρεψε για να κερδίσει πάνω από εκατό χιλιάδες ψήφους στο Μιλάνο και την Μπολόνια αντιστοίχως στις εκλογές του 1921 και εξελέγη πρώτος. Αυτό είναι πραγματικά ενθαρρυντικό, καθώς αναλογιζόμασθε την πιθανότητα να αλλάξει η σύγχρονη Ιαπωνία μέσα σε τρία έτη, Όπως και να ‘χει, η Πορεία προς την Ρώμη πραγματοποιήθηκε όχι με τον εκφοβισμό και με τον διά της βίας έλεγχο του ιταλικού λαού , αλλά με την εξασφάλιση της γενικής υποστηρίξεως των Ιταλών.


5. Η άνθιση του Μουσολίνι στην Πρώιμη Showa[2] Περίοδο


Ας ανατρέξουμε τώρα στις αντιδράσεις στην Ιαπωνία απέναντι στο φασιστικό κίνημα της Ιταλίας. Ακόμα και πρίν από την Πορεία προς την Ρώμη, υπήρχε έντονο ενδιαφέρον και συμπάθεια από πλευράς των Ιαπώνων προς το Ιταλικό Φασιστικό κίνημα. Πράγματι, τρία μέλη του ιαπωνικού κοινοβουλίου συνάντησαν τον Μουσολίνι στην Ρώμη περίπου δύο μήνες προτού λάβει χώρα η Πορεία προς την Ρώμη.


Λέγεται ότι Ιάπωνες Εθνικιστές έλαβαν πολλά ερεθίσματα από τον ιταλικό Φασισμό. Ο στρατηγός Sadao Araki[3] εξέφρασε θετικές απόψεις για τον Φασισμό στο ημερολόγιό του. Υπάρχει και ένα ενδιαφέρον ανέκδοτο για τον γνωστό Ιάπωνα Εθνικοσοσιαλιστή θεωρητικό Motoyuki Takabatake[4], ο οποίος ξέσπασε στην επευφημία «Ζήτω ο Μουσολίνι» χειροκροτώντας και ζητωκραυγάζοντας στο άκουσμα του νέου για την Πορεία προς την Ρώμη. Δημιουργήθηκαν και οι ιαπωνικές εκδοχές των Μελανοχιτώνων και εμφανίσθηκαν μία σειρά από κοινωνικά κινήματα βασισμένα στους Ιταλούς Μελανοχίτωνες μαχητές.


Η πολιτική και η οικονομία της Ιαπωνίας βίωσαν μία σοβαρή κρίση κατά την διάρκεια των πρώτων ετών της Showa Περιόδου. Την εποχή εκείνη η δημοτικότητα του Μουσολίνι συνέχισε να αυξάνεται. Καθώς η παγκόσμια οικονομική κρίση επέφερε την παγκόσμια άνθιση του Μουσολίνι, η εμφάνιση ενός Ιάπωνος Μουσσολίνι προσδοκάτο εναγωνίως.


Εκδόσεις σχετικές με τον Μουσσολίνι, τόσο ακαδημαϊκές όσο και λαϊκές, κυκλοφόρησαν σε μεγάλους αριθμούς και παιδικά βιβλία, όπως βιογραφίες μεγάλων ανδρών της Δύσεως, περιελάμβαναν στα περιεχόμενά τους τον Μουσσολίνι. Ταινίες γυρίσθηκαν, ακόμα και όπερες ανέβηκαν για τον Μουσολίνι. Το 1928 μία Kabuki παράσταση με τον τίτλο «Μουσολίνι» ξεκίνησε στο Meiji-za Θέατρο του Τόκυο, στην οποίαν τον ρόλο του Μουσολίνι υποδύθηκε ο διάσημος Kabuki ηθοποιός Sadanji Ichikawa και απέσπασε πολλές επευφημίες. Η δημοτικότητα του Μουσολίνι στην Ιαπωνία δεν απετέλεσε ένα απλό φαινόμενο της δεκαετίας του ’20, αλλά συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Η μεγάλη δημοτικότητα του Μουσολίνι στηρίχθηκε στο χάρισμά του και στην ανάρρησή του στην θέση του Πρωθυπουργού από ταπεινές και φτωχές καταβολές. Στις ιαπωνικές εκδόσεις για τους μεγάλους Δυτικούς άνδρεςτου αφιερώθηκε κεφάλαιο λόγω του ηρωισμού και του ρομαντισμού στην ιστορία της ζωής του.


Λόγω του συνδυασμού όλων των προαναφερθέντων σχετιζομένων παραγόντων, πολλοί Ιάπωνες εκείνης της περιόδου ταυτίζονταν με τον Μουσολίνι, ο οποίος είχε, επίσης, κάνει ένα ιδιαίτερο σχόλιο για τους Ιάπωνες Είχε πεί: «Δεν υπάρχει ανάγκη για ένα Φασιστικό Κόμμα στην Ιαπωνία, καθώς οι Ιάπωνες είναι γεννημένοι Φασίστες.» Ενώ αυτή η παρατήρηση μπορούσε να ηχήσει κάπως υπερβολική, κατεδείκνυε απλώς ότι ο Μουσολίνι έβρισκε εξίσου τον ιαπωνικό πολιτισμό και αξίες ταιριαστές και ηχηρές και έτρεφε εκτίμηση για αυτά. Σύμφωνα με αυτόν τον τρόπο σκέψεως, ίσως ο Mishima να ήταν επίσης ένας γεννημένος Φασίστας.




ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Yojuro Yasuda (1910–1981): Ιάπωνας δοκιμιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας. Μία από τις κεντρικές μορφές του Ιαπωνικού Ρομαντισμού. Διάσημος για την κριτική του στους σύγχρονους πολιτισμούς και για την υπεράσπιση του Ιαπωνικού κλασικισμού.


2. Showa: Το όνομα της Περιόδου του προηγούμενου Ιάπωνος Αυτοκράτορος. Διήρκησε από το 1925 έως το 1989.


3. Sadao Araki (1877–1966): Πρεσβύτερος Στρατηγός του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού Στρατού. Χαρισματική μορφή μεταξύ των μεσαίων και κατώτερων νεαρών στρατιωτικών. Ανεμίχθη στο γνωστό στρατιωτικό πραξικόπημα 2.26.


4. Motoyuki Takabatake (1886–1928):. Ταλαντούχος και παραγωγικός Ιάπωνος κοινωνικός διανοητής, φιλόσοφος και εθνικοσοσιαλιστής. Διάσημος για την πρώιμη μετάφραση του έργου «Το Κεφάλαιο» στα ιαπωνικά, την κριτική μελέτη του στον Μαρξισμό και την κυνική κοινωνική κριτική του.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Ένας σαμουράι είναι ένα πλήρες ανθρώπινο όν, ενώ ένας άνδρας, ο οποίος έχει απορροφηθεί στις τεχνικές του ικανότητες , έχει εκφυλισθεί σε μία "λειτουργία", σε ένα γρανάζι μηχανής.
Yukio Mishima

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013



«Oι Αξιωματικοί δεν ζητούν χάρη. Χάρη ζητούν όσοι έχουν αφεντικά. Εγώ δεν έχω αφεντικά, είμαι ελεύθερος. Τις ιδέες μου δεν μπορεί να τις φυλακίσει κανένας. Μόνον το φθαρτό κορμί μου. Στην Ελλάδα ουδεμία πατριωτική πράξις παραμένει ατιμώρητος»

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012



"Οι ρομαντικοί δεν ενδιαφερόμαστε για τα δικαιώματα των γυναικών. Ενδιαφερόμαστε για τις ίδιες τις γυναίκες. Οι ρομαντικοί δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Ενδιαφερόμαστε για  τον ίδιο τον άνθρωπο.[...] Για έναν ρομαντικό στόχο του ανθρώπου αποτελεί η αυτοπραγμάτωση και η κίνηση πρός το Δίκαιο, το πραγματικά Αληθές, όχι η εύκολη και η αφηρημένη "φυγή πρός τα εμπρός", που υποστηρίζουν οι νεωτεριστές. Και σε αυτό το πεδίο, ο κόσμος της παράδοσης υπερτερεί σαφώς εκείνου της Νεωτερικότητας.",
από το Δεσποινίς Ντ' Ις του Σταμάτη Μαμούτου

Άλλο ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής από την ΦΛΕ.ΦΑ.ΛΟ! Μπορείτε να βρείτε το 11ο τεύχος του περιοδικού:

Στο κέντρο των Αθηνών,


Βιβλιοπωλεία

Solaris, Μπόταση 6

Comicon, Σόλωνος 128

Comicstrip, Σόλωνος 125

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Tilt, Ασκληπιού 37


Δισκοπωλεία

No remorse, Γαμβέτα 4

Metal Era, Εμμανουήλ Μπενάκη 22



Στην Θεσσαλονίκη,

Βιβλιοπωλεία

Η Άγνωστη Καντάθ, Αιμιλιανού Γρεβενών 6 (Πλατεία Ναυαρίνου)

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Georges Sorel

(2 Νοεμβρίου 1847 στο Cherbourg–August 29, 1922 στην Boulogne-sur-Seine )
του Alain de Benoist

Δημοσίευση



Πηγή

Vu de droite: anthologie critique des idées contemporaines (Paris: Le Labyrinthe, 2001 [1977]), pp. 275–78. [Εκ των δεξιών: ανθολογία κριτικής των σύγχρονων ιδεών, Παρίσι, εκδόσεις «Ο Λαβύρινθος», 2001 (1977)]



Μολονότι η βία βρίσκεται πάντα στην ημερησία διάταξη, η πεντηκοστή επέτειος του θανάτου του Georges Sorel θα είχε περάσει απαρατήρητη, εάν οι εκδόσεις Marcel Rivière δεν είχαν την ιδέα να επανεκδώσουν το «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence , Paris: Éditions Marcel Rivière, 1973).
«Ο Sorel, το αίνιγμα του εικοστού αιώνος, φαίνεται να είναι η μετενσάρκωση του Proudhon, του αινίγματος του δεκάτου ενάτου αιώνος», έγραψε ο Daniel Halévy στο πρόλογό του στο βιβλίο του M. Pierre Andreu «Ο Δάσκαλός μας, M. Sorel» (Paris: Grasset, 1953). Αίνιγμα, πράγματι: ένας ιδεολόγος με διάπλαση γίγαντος, με αυτιά κολλημένα στο κεφάλι, δυνατή μύτη, καθαρά μάτια, λευκή γενειάδα. Αίνιγμα: αυτός ο ανένδοτος σοσιαλιστής, ο οποίος δεν ένοιωθε άνετα με την Ρωσική Επανάσταση, ο οποίος συμπαθούσε την Action Française και ήταν θαυμαστής των Renan, Hegel, Bergson, Maurras, Marx, and Mussolini.
Ο Georges Sorel γεννήθηκε στο Cherbourgon στις 2 Νοεμβρίου 1847. Η καταγωγή του ήταν Νορμανδική και από δύο πλευρές: από την Μάγχη και την Calvados. Ο πρώτος του εξάδελφος, Albert Sorel, θα γινόταν ο ιστορικός της Αυτοκρατορίας και της Επαναστάσεως.
Απόφοιτος του Πολυτεχνείου, μηχανικός γεφυρών και δρόμων, ο Sorel αφοσιώθηκε στα κοινωνικά προβλήματα μόνον μετά το 1892. Τα βιβλία του, τα οποία ελάχιστοι διαβάζουν πιά, έχουν το δίχως άλλο διατηρήσει την αξία τους-ιδιαιτέρως τα «Οι ψευδαισθήσεις της προόδου» (Les illusions du progrès) «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence) «Περί της Εκκλησίας και του Κράτους» (De l’Église et de l’État), «Περί της χρησιμότητας του Πραγματισμού» (De l’utilité du pragmatisme), «Η αποσύνθεση του Μαρξισμού» (La décomposition du marxisme), «Από τον Αριστοτέλη στον Μάρξ» (D’Aristote à Marx), «Η κατάρρευση του αρχαίου κόσμου» (La ruine du monde antique), «Η δίκη του Σωκράτη» (Le procès de Socrate) κλπ.
Το βιβλίο «Σκέψεις πάνω στην βία» εξεδόθη για πρώτη φορά το 1908 και έκτοτε επανεξεδόθη το 1973 στην συλλογή «Σπουδές πάνω στην κοινωνική αλλαγή» (Études sur le devenir social), της οποίας υπεύθυνος είναι ο M. Julien Freund, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.
Το βιβλίο αυτό αμέσως παρουσιάσθηκε ως το θεμελιώδες έργο του επαναστατικού συνδικαλισμού.
Εχθρικά διακείμενος απέναντι στον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό και στον Jean Jaurès, τον οποίον κατηγόρησε ότι εξετράφη με αστική ιδεολογία, ο Georges Sorel τους αντέταξε αυτό που αποκαλούσε «νέα σχολή». Είδε στην απεργία την ουσιώδη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Μέσω της γενικής απεργίας η κοινωνία θα χωρισθεί σε εχθρικές φατρίες και το αστικό κράτος θα καταστραφεί. Η απεργία είναι «η πιο καταστρεπτική εκδήλωση της ατομικιστικής δυνάμεως εντός των στασιαζουσών μαζών».
Η απεργία συνεπάγεται βία. Σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές της εποχής του (εξαιρουμένου του Proudhon), ο Sorel δεν αντέτασσε την εργασία στην βία. Ηρνείτο την επίφαση «της επιθυμίας των εργατών για ειρήνη». Η βία ήταν για εκείνον μία πράξη πολέμου. «Μία πράξη γνησίου αγώνος, παρόμοια με αυτόν των στρατών σε εκστρατεία», έγραφε.
«Η εξομοίωση αυτή της απεργίας με τον πόλεμο είναι καθοριστική» σημειώνει ο Claude Polin στον πρόλογο της καινούργιας εκδόσεως του Réflexions sur la violence, «διότι ο,τιδήποτε αγγίζει ο πόλεμος γίνεται δίχως μίσος και δίχως πνεύμα εκδικήσεως: στον πόλεμο ουδείς σκοτώνει του ηττημένους, ουδείς υποβάλει τους αμάχους στα ίδια μαρτύρια, από τα οποία υποφέρουν οι στρατοί στο πεδίο της μάχης». Τούτο εξηγεί γιατί ο Sorel κατέκρινε την «εκδικητική βία» των επαναστατών του 1793: «Είναι απαραίτητο να μην συγχέουμε την βία με τις ανούσιες αιμοδιψείς ωμότητες.»


Εν αρχή ήν η δράσις

Εκκινώντας από την διάκριση, έκτοτε κλασική, μεταξύ «δικαίου» και «αδίκου» πολέμου, αντιτάσσει την αστική βία στην προλεταριακή βία. Στα μάτια του η τελευταία κατέχει μία διπλή αρετή. Όχι μόνον πρέπει να εξασφαλίσει την μελλοντική επανάσταση, αλλά αποτελεί το μοναδικό μέσον των Ευρωπαϊκών εθνών, «αποχαυνωμένων από τον ανθρωπισμό», να επανακτήσουν την προτέρα ενέργειά τους.
Η ταξική πάλη είναι, επομένως, μία σύγκρουση βουλήσεων, οι οποίες είναι ακλόνητες και όχι τυφλές. Η βία γίνεται η εκδήλωση μίας βουλήσεως. Ασκεί, ταυτοχρόνως, και ένα είδος ηθικής λειτουργίας: παράγει μία «επική» διανοητική κατάσταση.
«Η βία» διεκήρυττε ο Sorel στον φίλο του Jean Variot «είναι μία διανοητική διδασκαλία: η θέληση των ισχυρών εγκεφάλων, που γνωρίζουν τι θέλουν. Η πραγματική βία είναι αυτό που είναι απαραίτητο να ακολουθεί τις ιδέες μέχρι τέλους». (Propos de Georges Sorel [Paris: Gallimard, 1935]).
Ο Sorel θα ενέκρινε τον στίχο του Goethe: «Εν αρχή ήν η δράσις.» Για εκείνον, ο άνθρωπος που δρά, ο,τιδήποτε και εάν κάνει, είναι πάντοτε ανώτερος από εκείνον που υποτάσσεται: «Η πραγματική βία φανερώνει, πρώτον και πάνω απ’ όλα, την υπερηφάνεια των ελεύθερων ανθρώπων.»
Προκειμένου να επανακτηθεί η ενέργεια στον σύγχρονο κόσμο, είναι απαραίτητος ένας μύθος, φερ’ ειπείν ένα θέμα, το οποίο δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές, αλλά το οποίο ενεργεί ισχυρά στο μυαλό, το κινητοποιεί και του υποδαυλίζει την δράση.
Ο Georges Sorel είδε στην Πρωσία του 19ου αιώνος τον κληρονόμο της αρχαίας Ρώμης.
Εξυμνώντας τις «Πρωσικές αρετές», υιοθετεί έναν τόνο, ο οποίος είναι υποβλητικός στον Moeller van den Bruck (Der preussische Stil). «Ο Sorel, ο χειροτέχνης, πίστευε στην θρησκεία της καλής και ολοκληρωμένης δουλειάς» παρατηρεί ο Claude Polin «και αυτή η δουλειά συνιστά από μόνη της έναν σκοπό, ανεξάρτητο από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος από αυτόν. Η ανιδιοτέλεια αυτή αποτελεί την ποιότητα της βίας: στην βάση της σκέψεως του Sorel υπάρχει αυτή η διαίσθηση, ότι κάθε εργασία είναι μία μάχη και ειδικά κάθε καλή και ολοκληρωμένη δουλειά, ακόμα ότι κάθε δουλειά γίνεται καλά μόνον εάν είναι μία μάχη. Η ιδέα αυτή ανατρέχει στην διαίσθηση του θεμελιωδώς προμηθεϊκού χαρακτήρος της εργασίας. »
Βαθμιαία, ο Sorel τελειώνει αποκηρύσσοντας την δημοκρατία (την «γνήσια δικτατορία της ανικανότητας») συνδυάζοντας τις ρήσεις ενός Μωρράς, ενός Μπακούνιν και ενός Σεκρετάν.
Η δικτατορία του προλεταριάτου φάνταζε σε εκείνον εξίσου απατηλή: « Πρέπει να είσαι πολύ αφελής, ώστε να υποθέτεις ότι οι άνθρωποι που επωφελούνται από την δημαγωγική δικτατορία θα είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα κέρδη τους.» Απορρίπτει τον πρωτοποριακό ρόλο, τον οποίον ισχυρίζεται ότι παίζει η διανόηση του Μπολσεβικισμού : «Ολόκληρο το μέλλον του σοσιαλισμού εναπόκειται στην αυτόνομη ανάπτυξη των εργατικών σωματείων.» (Matériaux pour une théorie du prolétariat, υλικά για μια θεωρία του προλεταριάτου). «Ο Μάρξ δεν είχε πάντοτε και πολλή έμπνευση» συνέχιζε. «Τα γραπτά του κατέληγαν να επαναλαμβάνουν πολλά από τα σκουπίδια των ουτοπικών σοσιαλιστών.»
Η ιδέα αυτή της δράσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεωρίες περί «πρωτοπορίας» (για παράδειγμα, ο Τροτσκισμός). Την βρίσκουμε, όμως, στις προτάσεις για επαναστατικό συνδικαλισμό και αναρχο-συνδικαλισμό.
Τελικώς, εάν ο Sorel υπερασπίσθηκε το προλεταριάτο με τόση επιμονή, δεν το έπραξε μέσω συναισθηματισμού, όπως ο Ζολά, ούτε λόγω ενός μικροπρεπούς αστικούς αισθήματος ενοχής, ούτε καν επειδή ένοιωθε μία «ταξική συνείδηση». Το έκανε, επειδή είχε πεισθεί ότι εντός της αστικής κοινωνίας, μόνον μέσα από τον λαό μπορούσε ακόμα κάποιος να ανακτήσει την ενέργεια, την οποίαν είχαν απωλέσει οι άρχουσες τάξεις. Έχοντας συνείδηση των «ψευδαισθήσεων της προόδου», διεπίστωσε ότι οι κοινωνίες, όπως και οι άνθρωποι, είναι θνητές. Σε αυτήν την μοιρολατρία αντέταξε μία θέληση για ζωή, μία από τις εκδηλώσεις της οποίας είναι η βία.
Σήμερα ο Sorel θα απεκήρυττε την εμπορική κοινωνία όπως και τους ηγετικούς αντιφρονούντες της Νέας Αριστεράς. «Ο Μαρκούζε θα εκπροσωπούσε κατά την κρίση του» γράφει ο Polin «το τυπικό παράδειγμα ανθρώπου που έχει εκφυλισθεί από την αφελή πίστη στην πρόοδο, που έχει παραπλανηθεί από την πρόοδο, επειδή δεν καταλαβαίνει τίποτα και περιμένει τα πάντα, που είναι ανίκανος να εναποθέσει τις ελπίδες του οπουδήποτε αλλού παρά στην επαυξημένη και ριζοσπαστικοποιημένη πρόοδο, σε αυτό το όνειρο μίας αφθονίας τόσο αυτοματοποιημένης, ώστε θα μοιράζει Ευτυχία και θα καθιστά δυνατή την τυχαία ικανοποίηση των πλέον τρελλών παθών: με λίγα λόγια, ανίκανος να κατανοήσει ότι η πηγή του κακού έγκειται στην ψυχή του ανθρώπου, ο οποίος έχει από-αρρενοποιηθεί εξαιτίας της πίστεως στην οικονομία.»

Το Όνομα της Αρχαίας Αντιοχείας

Ξεκινώντας από το 1907, ο Georges Sorel ήταν ο αρχιτέκτων μίας προσεγγίσεως μεταξύ των αντιδημοκρατών της Δεξιάς και της Αριστεράς. Το όργανο της προσεγγίσεως αυτής ήταν το “Revue critique des idées et des livres» (Κριτική Επιθεώρηση των ιδεών και των ελευθεριών), όπου ο εθνικιστής Georges Valois εξέδιδε τα αποτελέσματα των ερευνών του για την μοναρχία και την εργατική τάξη.
Το 1910 εμφανίσθηκε η επιθεώρηση La Cité française και έπειτα από το 1911 μέχρι το 1913 η L’Indépendance (Η Ανεξαρτησία). Μπορεί να βρεί κάποιος σε αυτές τις υπογραφές των Georges Sorel, Jean Variot, Édouard Berth, και Daniel Halévy, όπως και των αδελφών Tharaud, των René Benjamin, Maurice Barrès και Paul Bourget.
Το 1913 ο δημοσιογράφος Édouard Berth, συγγραφέας του Les Méfaits des intellectuels, χαιρέτισε στους Maurras και Sorel «τους δύο ηγέτες της Γαλλικής και της Ευρωπαϊκής αναγεννήσεως.» Τον Σεπτέμβριο, όμως, του 1914 έγραψε ο Sorel σε αυτόν: «Εισήλθαμε σε μια εποχή, η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί άνετα από την σύγκριση με την αρχαία Αντιόχεια. Ο Renan περιέγραψε πολύ καλά αυτήν την μητρόπολη των αυλικών, των τσαρλατάνων και των εμπόρων. Πολύ σύντομα θα έχουμε την ευχαρίστηση να δούμε τον Maurras να καταδικάζεται από το Βατικανό, η οποία θα είναι η ποινή για τις παρεκτροπές του. Και τι μπορούσε να ανταποκρίνεται σε ένα βασιλόφρον κόμμα σε μία Γαλλία που θα κυριαρχείται από την απόλαυση της εύκολης ζωής της Αντιοχείας;»
«Ο Sorel», εξηγεί ο κοινωνιολόγος Gaëtan Pirou, «κατηγόρησε τον Maurras ως πολύ δημοκρατικό, μία κατηγορία, η οποία, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φανεί παράδοξη. Στην πραγματικότητα αυτό που ο Sorel ήθελε να πει είναι ότι ο Maurras, θετικιστής και διανοητής, είχε αποκηρύξει την δημοκρατία μόνον ως προς την πολιτική της διάσταση και όχι στο φιλοσοφικό της θεμέλιο» (Georges Sorel [Paris: Marcel Rivière, 1927]).

Εθνικο-επαναστάτες

Ο Sorel θα επηρέαζε τους Barrès και Péguy, όπως, επίσης, και τον Lenin. Ο τελευταίος, ωστόσο, θα τον απεκήρυσσε ως «ομιχλώδη διανοητή» στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκρατία».
Μετά την Γαλλία, παρατήρησε ο Alexandre Croix στο έργο του «La Révolution prolétarienne» (Η προλεταριακή επανάσταση), η Ιταλία ήταν αυτή που θα γινόταν «η γή της επαγγελίας για τον Σορελιανισμό». Εξ αρχής ο Sorel ήσκησε μεγάλη επιρροή στην ιταλική συνδικαλιστική σχολή με επικεφαλής τον Arturo Labriola, μέλλοντα Ιταλό Υπουργό Εργασίας (1920–1921). Ο Labriola, από το 1903, μετέφρασε το βιβλίο L’avenir socialiste des syndicats στην Εμπροσθοφυλακή του Μιλάνο. Ένας από τους συνεργάτες του, ο Enrico Leone, έγραψε τον πρόλογο στην πρώτη έκδοση του Réflexions, η οποία θα κυκλοφορούσε στην Ιταλία το 1906 με τον Lo sciopero generale e la violenza(Η γενική απεργία και η βία).
Μεταγενέστερα, ο Sorel επηρέασε, επίσης, τους Vilfredo Pareto, Benedetto Croce, Giovanni Gentile και με ενδιάμεσο τον Hubert Lagardelle, τον Benito Mussolini.
Στην Γερμανία ο Σορελιανισμός βρήκε ένα είδος συνέχειάς του στα εθνικο-επαναστατικά και τα εθνικο-κομμουνιστικά ρεύματα που εμφανίσθηκαν κατά την διάρκεια της Βαϊμάρης στα μέσα της δεκαετίας του 1920. (Cf. Michael Freund, Georges Sorel: Der revolutionäre Konservatismus [Frankfurt am Main: Vittorio Klostermann, 1932 and 1972].)
Όταν ο Sorel πέθανε το 1922 ο μοναρχικός Georges Valois στην L’Action française, και ο σοσιαλιστής Robert Louzon, στην La Vie ouvrière έκαναν αφιερώματα με τον ίδιον θαυμασμό. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Μουσολίνι, εισερχόμενος στην Ρώμη, δήλωσε σε έναν Ισπανό δημοσιογράφο: «Στον Sorel οφείλω τα περισσότερα.»
Η Σοβιετική κυβέρνηση και το Φασιστικό κράτος πρότειναν την ίδια ημέρα να αναλάβουν την συντήρηση του τάφου του.



Βιβλιογραφικό Σημείωμα

Ο Jules Monnerot, σε μία συλλογή άρθρων υπό τον τίτλο Inquisitions (José Corti, 1974), δημοσίευσε το εκπληκτικό κείμενο “Georges Sorel ou l’introduction aux mythes modernes” [(pp. 7–47), («Georges Sorel ή εισαγωγή στους σύγχρονους μύθους», σελ. 7-47). Σε αυτό χαρακτηρίζει την «συνοχή της Σορελιανής προσεγγίσεως» ως μία επίμονη αναζήτηση για το «ανυπέρβλητο», όρος ο οποίος καθορίζει την πηγή, συλλογική και ατομική, «των ψυχολογικών κινητοποιήσεων, οι οποίες είναι ανίκητες σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή-ανίκητες κατά περίπτωση. » Για τον Sorel το ανυπέρβλητο είναι μία «ψυχική τροφή» απαραίτητη για τις Δυτικές Κοινωνίες, Όταν εξαφανίζεται, εμφανίζεται η παρακμή. «Το όλο μυστικό του περάσματος του Sorel από τον επαναστατικό συνδικαλισμό, έπειτα στον ακτιβιστικό εθνικισμό, μετά σε ένα είδος Μπολσεβικισμού ή ενός Ευρωπαϊκού εθνικού σοσιαλισμού, τον οποίον ο θάνατος δεν άφησε να αναπτύξει ολοκληρωτικά», γράφει ο Monnerot, «το όλο μυστικό του έργου του Sorel φαίνεται να συμπυκνώνεται στην φράση του: “το ανυπέρβλητο είναι νεκρό στην μπουρζουαζία…” ».








Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012



Ο αγών,επομένως, ο δικός μας-αγών ενάντια στο ψεύδος και την φαυλότητα- δεν συνδέεται με κάποιον πολιτικό ή άλλου τύπου μεσιανισμού. Αποτελεί έναν αγώνα προς Ανόρθωσιν, Ανέγερσιν – αγώνα επανασυστάσεως της συνειδητής και αληθώς ριζωμένης και εχούσης μακραίωνες προοπτικές εθνοφυλετικής Κοινότητος, ως γνησίας εκφράσεως του Έθνους και της Φυλής μας στην Μάχη του παρόντος· είναι άρα ένας ανά πάσα στιγμή επίκαιρος και διεξαγόμενος αγών,στον δρόμο μιας καθημερινής μάχης η οποία διεξάγεται σε πολλά επίπεδα, πρωτίστως όμως σε επίπεδο Εσωτερικό. Οι καθημερινές αντιξοότητες μας οπλίζουν με θέληση και μας δείχνουν τον μόνο αληθινό δρόμο: τον δρόμο της μη λήθης (α-λήθειας), τον δρόμο της εσωτερικής αφυπνίσεως, της απαλλαγής από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, της θραύσεως των δεσμών της υποταγής, της συνειδητοποιήσεως και της ανελίξεως: ανελίξεως ατομικής, συλλογικής – και τελικώς εθνικής.