Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012



"Οι ρομαντικοί δεν ενδιαφερόμαστε για τα δικαιώματα των γυναικών. Ενδιαφερόμαστε για τις ίδιες τις γυναίκες. Οι ρομαντικοί δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Ενδιαφερόμαστε για  τον ίδιο τον άνθρωπο.[...] Για έναν ρομαντικό στόχο του ανθρώπου αποτελεί η αυτοπραγμάτωση και η κίνηση πρός το Δίκαιο, το πραγματικά Αληθές, όχι η εύκολη και η αφηρημένη "φυγή πρός τα εμπρός", που υποστηρίζουν οι νεωτεριστές. Και σε αυτό το πεδίο, ο κόσμος της παράδοσης υπερτερεί σαφώς εκείνου της Νεωτερικότητας.",
από το Δεσποινίς Ντ' Ις του Σταμάτη Μαμούτου

Άλλο ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής από την ΦΛΕ.ΦΑ.ΛΟ! Μπορείτε να βρείτε το 11ο τεύχος του περιοδικού:

Στο κέντρο των Αθηνών,


Βιβλιοπωλεία

Solaris, Μπόταση 6

Comicon, Σόλωνος 128

Comicstrip, Σόλωνος 125

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Tilt, Ασκληπιού 37


Δισκοπωλεία

No remorse, Γαμβέτα 4

Metal Era, Εμμανουήλ Μπενάκη 22



Στην Θεσσαλονίκη,

Βιβλιοπωλεία

Η Άγνωστη Καντάθ, Αιμιλιανού Γρεβενών 6 (Πλατεία Ναυαρίνου)

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Georges Sorel

(2 Νοεμβρίου 1847 στο Cherbourg–August 29, 1922 στην Boulogne-sur-Seine )
του Alain de Benoist

Δημοσίευση



Πηγή

Vu de droite: anthologie critique des idées contemporaines (Paris: Le Labyrinthe, 2001 [1977]), pp. 275–78. [Εκ των δεξιών: ανθολογία κριτικής των σύγχρονων ιδεών, Παρίσι, εκδόσεις «Ο Λαβύρινθος», 2001 (1977)]



Μολονότι η βία βρίσκεται πάντα στην ημερησία διάταξη, η πεντηκοστή επέτειος του θανάτου του Georges Sorel θα είχε περάσει απαρατήρητη, εάν οι εκδόσεις Marcel Rivière δεν είχαν την ιδέα να επανεκδώσουν το «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence , Paris: Éditions Marcel Rivière, 1973).
«Ο Sorel, το αίνιγμα του εικοστού αιώνος, φαίνεται να είναι η μετενσάρκωση του Proudhon, του αινίγματος του δεκάτου ενάτου αιώνος», έγραψε ο Daniel Halévy στο πρόλογό του στο βιβλίο του M. Pierre Andreu «Ο Δάσκαλός μας, M. Sorel» (Paris: Grasset, 1953). Αίνιγμα, πράγματι: ένας ιδεολόγος με διάπλαση γίγαντος, με αυτιά κολλημένα στο κεφάλι, δυνατή μύτη, καθαρά μάτια, λευκή γενειάδα. Αίνιγμα: αυτός ο ανένδοτος σοσιαλιστής, ο οποίος δεν ένοιωθε άνετα με την Ρωσική Επανάσταση, ο οποίος συμπαθούσε την Action Française και ήταν θαυμαστής των Renan, Hegel, Bergson, Maurras, Marx, and Mussolini.
Ο Georges Sorel γεννήθηκε στο Cherbourgon στις 2 Νοεμβρίου 1847. Η καταγωγή του ήταν Νορμανδική και από δύο πλευρές: από την Μάγχη και την Calvados. Ο πρώτος του εξάδελφος, Albert Sorel, θα γινόταν ο ιστορικός της Αυτοκρατορίας και της Επαναστάσεως.
Απόφοιτος του Πολυτεχνείου, μηχανικός γεφυρών και δρόμων, ο Sorel αφοσιώθηκε στα κοινωνικά προβλήματα μόνον μετά το 1892. Τα βιβλία του, τα οποία ελάχιστοι διαβάζουν πιά, έχουν το δίχως άλλο διατηρήσει την αξία τους-ιδιαιτέρως τα «Οι ψευδαισθήσεις της προόδου» (Les illusions du progrès) «Σκέψεις πάνω στην βία» (Réflexions sur la violence) «Περί της Εκκλησίας και του Κράτους» (De l’Église et de l’État), «Περί της χρησιμότητας του Πραγματισμού» (De l’utilité du pragmatisme), «Η αποσύνθεση του Μαρξισμού» (La décomposition du marxisme), «Από τον Αριστοτέλη στον Μάρξ» (D’Aristote à Marx), «Η κατάρρευση του αρχαίου κόσμου» (La ruine du monde antique), «Η δίκη του Σωκράτη» (Le procès de Socrate) κλπ.
Το βιβλίο «Σκέψεις πάνω στην βία» εξεδόθη για πρώτη φορά το 1908 και έκτοτε επανεξεδόθη το 1973 στην συλλογή «Σπουδές πάνω στην κοινωνική αλλαγή» (Études sur le devenir social), της οποίας υπεύθυνος είναι ο M. Julien Freund, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.
Το βιβλίο αυτό αμέσως παρουσιάσθηκε ως το θεμελιώδες έργο του επαναστατικού συνδικαλισμού.
Εχθρικά διακείμενος απέναντι στον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό και στον Jean Jaurès, τον οποίον κατηγόρησε ότι εξετράφη με αστική ιδεολογία, ο Georges Sorel τους αντέταξε αυτό που αποκαλούσε «νέα σχολή». Είδε στην απεργία την ουσιώδη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας. Μέσω της γενικής απεργίας η κοινωνία θα χωρισθεί σε εχθρικές φατρίες και το αστικό κράτος θα καταστραφεί. Η απεργία είναι «η πιο καταστρεπτική εκδήλωση της ατομικιστικής δυνάμεως εντός των στασιαζουσών μαζών».
Η απεργία συνεπάγεται βία. Σε αντίθεση με τους σοσιαλιστές της εποχής του (εξαιρουμένου του Proudhon), ο Sorel δεν αντέτασσε την εργασία στην βία. Ηρνείτο την επίφαση «της επιθυμίας των εργατών για ειρήνη». Η βία ήταν για εκείνον μία πράξη πολέμου. «Μία πράξη γνησίου αγώνος, παρόμοια με αυτόν των στρατών σε εκστρατεία», έγραφε.
«Η εξομοίωση αυτή της απεργίας με τον πόλεμο είναι καθοριστική» σημειώνει ο Claude Polin στον πρόλογο της καινούργιας εκδόσεως του Réflexions sur la violence, «διότι ο,τιδήποτε αγγίζει ο πόλεμος γίνεται δίχως μίσος και δίχως πνεύμα εκδικήσεως: στον πόλεμο ουδείς σκοτώνει του ηττημένους, ουδείς υποβάλει τους αμάχους στα ίδια μαρτύρια, από τα οποία υποφέρουν οι στρατοί στο πεδίο της μάχης». Τούτο εξηγεί γιατί ο Sorel κατέκρινε την «εκδικητική βία» των επαναστατών του 1793: «Είναι απαραίτητο να μην συγχέουμε την βία με τις ανούσιες αιμοδιψείς ωμότητες.»


Εν αρχή ήν η δράσις

Εκκινώντας από την διάκριση, έκτοτε κλασική, μεταξύ «δικαίου» και «αδίκου» πολέμου, αντιτάσσει την αστική βία στην προλεταριακή βία. Στα μάτια του η τελευταία κατέχει μία διπλή αρετή. Όχι μόνον πρέπει να εξασφαλίσει την μελλοντική επανάσταση, αλλά αποτελεί το μοναδικό μέσον των Ευρωπαϊκών εθνών, «αποχαυνωμένων από τον ανθρωπισμό», να επανακτήσουν την προτέρα ενέργειά τους.
Η ταξική πάλη είναι, επομένως, μία σύγκρουση βουλήσεων, οι οποίες είναι ακλόνητες και όχι τυφλές. Η βία γίνεται η εκδήλωση μίας βουλήσεως. Ασκεί, ταυτοχρόνως, και ένα είδος ηθικής λειτουργίας: παράγει μία «επική» διανοητική κατάσταση.
«Η βία» διεκήρυττε ο Sorel στον φίλο του Jean Variot «είναι μία διανοητική διδασκαλία: η θέληση των ισχυρών εγκεφάλων, που γνωρίζουν τι θέλουν. Η πραγματική βία είναι αυτό που είναι απαραίτητο να ακολουθεί τις ιδέες μέχρι τέλους». (Propos de Georges Sorel [Paris: Gallimard, 1935]).
Ο Sorel θα ενέκρινε τον στίχο του Goethe: «Εν αρχή ήν η δράσις.» Για εκείνον, ο άνθρωπος που δρά, ο,τιδήποτε και εάν κάνει, είναι πάντοτε ανώτερος από εκείνον που υποτάσσεται: «Η πραγματική βία φανερώνει, πρώτον και πάνω απ’ όλα, την υπερηφάνεια των ελεύθερων ανθρώπων.»
Προκειμένου να επανακτηθεί η ενέργεια στον σύγχρονο κόσμο, είναι απαραίτητος ένας μύθος, φερ’ ειπείν ένα θέμα, το οποίο δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές, αλλά το οποίο ενεργεί ισχυρά στο μυαλό, το κινητοποιεί και του υποδαυλίζει την δράση.
Ο Georges Sorel είδε στην Πρωσία του 19ου αιώνος τον κληρονόμο της αρχαίας Ρώμης.
Εξυμνώντας τις «Πρωσικές αρετές», υιοθετεί έναν τόνο, ο οποίος είναι υποβλητικός στον Moeller van den Bruck (Der preussische Stil). «Ο Sorel, ο χειροτέχνης, πίστευε στην θρησκεία της καλής και ολοκληρωμένης δουλειάς» παρατηρεί ο Claude Polin «και αυτή η δουλειά συνιστά από μόνη της έναν σκοπό, ανεξάρτητο από τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος από αυτόν. Η ανιδιοτέλεια αυτή αποτελεί την ποιότητα της βίας: στην βάση της σκέψεως του Sorel υπάρχει αυτή η διαίσθηση, ότι κάθε εργασία είναι μία μάχη και ειδικά κάθε καλή και ολοκληρωμένη δουλειά, ακόμα ότι κάθε δουλειά γίνεται καλά μόνον εάν είναι μία μάχη. Η ιδέα αυτή ανατρέχει στην διαίσθηση του θεμελιωδώς προμηθεϊκού χαρακτήρος της εργασίας. »
Βαθμιαία, ο Sorel τελειώνει αποκηρύσσοντας την δημοκρατία (την «γνήσια δικτατορία της ανικανότητας») συνδυάζοντας τις ρήσεις ενός Μωρράς, ενός Μπακούνιν και ενός Σεκρετάν.
Η δικτατορία του προλεταριάτου φάνταζε σε εκείνον εξίσου απατηλή: « Πρέπει να είσαι πολύ αφελής, ώστε να υποθέτεις ότι οι άνθρωποι που επωφελούνται από την δημαγωγική δικτατορία θα είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τα κέρδη τους.» Απορρίπτει τον πρωτοποριακό ρόλο, τον οποίον ισχυρίζεται ότι παίζει η διανόηση του Μπολσεβικισμού : «Ολόκληρο το μέλλον του σοσιαλισμού εναπόκειται στην αυτόνομη ανάπτυξη των εργατικών σωματείων.» (Matériaux pour une théorie du prolétariat, υλικά για μια θεωρία του προλεταριάτου). «Ο Μάρξ δεν είχε πάντοτε και πολλή έμπνευση» συνέχιζε. «Τα γραπτά του κατέληγαν να επαναλαμβάνουν πολλά από τα σκουπίδια των ουτοπικών σοσιαλιστών.»
Η ιδέα αυτή της δράσεως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις θεωρίες περί «πρωτοπορίας» (για παράδειγμα, ο Τροτσκισμός). Την βρίσκουμε, όμως, στις προτάσεις για επαναστατικό συνδικαλισμό και αναρχο-συνδικαλισμό.
Τελικώς, εάν ο Sorel υπερασπίσθηκε το προλεταριάτο με τόση επιμονή, δεν το έπραξε μέσω συναισθηματισμού, όπως ο Ζολά, ούτε λόγω ενός μικροπρεπούς αστικούς αισθήματος ενοχής, ούτε καν επειδή ένοιωθε μία «ταξική συνείδηση». Το έκανε, επειδή είχε πεισθεί ότι εντός της αστικής κοινωνίας, μόνον μέσα από τον λαό μπορούσε ακόμα κάποιος να ανακτήσει την ενέργεια, την οποίαν είχαν απωλέσει οι άρχουσες τάξεις. Έχοντας συνείδηση των «ψευδαισθήσεων της προόδου», διεπίστωσε ότι οι κοινωνίες, όπως και οι άνθρωποι, είναι θνητές. Σε αυτήν την μοιρολατρία αντέταξε μία θέληση για ζωή, μία από τις εκδηλώσεις της οποίας είναι η βία.
Σήμερα ο Sorel θα απεκήρυττε την εμπορική κοινωνία όπως και τους ηγετικούς αντιφρονούντες της Νέας Αριστεράς. «Ο Μαρκούζε θα εκπροσωπούσε κατά την κρίση του» γράφει ο Polin «το τυπικό παράδειγμα ανθρώπου που έχει εκφυλισθεί από την αφελή πίστη στην πρόοδο, που έχει παραπλανηθεί από την πρόοδο, επειδή δεν καταλαβαίνει τίποτα και περιμένει τα πάντα, που είναι ανίκανος να εναποθέσει τις ελπίδες του οπουδήποτε αλλού παρά στην επαυξημένη και ριζοσπαστικοποιημένη πρόοδο, σε αυτό το όνειρο μίας αφθονίας τόσο αυτοματοποιημένης, ώστε θα μοιράζει Ευτυχία και θα καθιστά δυνατή την τυχαία ικανοποίηση των πλέον τρελλών παθών: με λίγα λόγια, ανίκανος να κατανοήσει ότι η πηγή του κακού έγκειται στην ψυχή του ανθρώπου, ο οποίος έχει από-αρρενοποιηθεί εξαιτίας της πίστεως στην οικονομία.»

Το Όνομα της Αρχαίας Αντιοχείας

Ξεκινώντας από το 1907, ο Georges Sorel ήταν ο αρχιτέκτων μίας προσεγγίσεως μεταξύ των αντιδημοκρατών της Δεξιάς και της Αριστεράς. Το όργανο της προσεγγίσεως αυτής ήταν το “Revue critique des idées et des livres» (Κριτική Επιθεώρηση των ιδεών και των ελευθεριών), όπου ο εθνικιστής Georges Valois εξέδιδε τα αποτελέσματα των ερευνών του για την μοναρχία και την εργατική τάξη.
Το 1910 εμφανίσθηκε η επιθεώρηση La Cité française και έπειτα από το 1911 μέχρι το 1913 η L’Indépendance (Η Ανεξαρτησία). Μπορεί να βρεί κάποιος σε αυτές τις υπογραφές των Georges Sorel, Jean Variot, Édouard Berth, και Daniel Halévy, όπως και των αδελφών Tharaud, των René Benjamin, Maurice Barrès και Paul Bourget.
Το 1913 ο δημοσιογράφος Édouard Berth, συγγραφέας του Les Méfaits des intellectuels, χαιρέτισε στους Maurras και Sorel «τους δύο ηγέτες της Γαλλικής και της Ευρωπαϊκής αναγεννήσεως.» Τον Σεπτέμβριο, όμως, του 1914 έγραψε ο Sorel σε αυτόν: «Εισήλθαμε σε μια εποχή, η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί άνετα από την σύγκριση με την αρχαία Αντιόχεια. Ο Renan περιέγραψε πολύ καλά αυτήν την μητρόπολη των αυλικών, των τσαρλατάνων και των εμπόρων. Πολύ σύντομα θα έχουμε την ευχαρίστηση να δούμε τον Maurras να καταδικάζεται από το Βατικανό, η οποία θα είναι η ποινή για τις παρεκτροπές του. Και τι μπορούσε να ανταποκρίνεται σε ένα βασιλόφρον κόμμα σε μία Γαλλία που θα κυριαρχείται από την απόλαυση της εύκολης ζωής της Αντιοχείας;»
«Ο Sorel», εξηγεί ο κοινωνιολόγος Gaëtan Pirou, «κατηγόρησε τον Maurras ως πολύ δημοκρατικό, μία κατηγορία, η οποία, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φανεί παράδοξη. Στην πραγματικότητα αυτό που ο Sorel ήθελε να πει είναι ότι ο Maurras, θετικιστής και διανοητής, είχε αποκηρύξει την δημοκρατία μόνον ως προς την πολιτική της διάσταση και όχι στο φιλοσοφικό της θεμέλιο» (Georges Sorel [Paris: Marcel Rivière, 1927]).

Εθνικο-επαναστάτες

Ο Sorel θα επηρέαζε τους Barrès και Péguy, όπως, επίσης, και τον Lenin. Ο τελευταίος, ωστόσο, θα τον απεκήρυσσε ως «ομιχλώδη διανοητή» στο έργο του «Υλισμός και Εμπειριοκρατία».
Μετά την Γαλλία, παρατήρησε ο Alexandre Croix στο έργο του «La Révolution prolétarienne» (Η προλεταριακή επανάσταση), η Ιταλία ήταν αυτή που θα γινόταν «η γή της επαγγελίας για τον Σορελιανισμό». Εξ αρχής ο Sorel ήσκησε μεγάλη επιρροή στην ιταλική συνδικαλιστική σχολή με επικεφαλής τον Arturo Labriola, μέλλοντα Ιταλό Υπουργό Εργασίας (1920–1921). Ο Labriola, από το 1903, μετέφρασε το βιβλίο L’avenir socialiste des syndicats στην Εμπροσθοφυλακή του Μιλάνο. Ένας από τους συνεργάτες του, ο Enrico Leone, έγραψε τον πρόλογο στην πρώτη έκδοση του Réflexions, η οποία θα κυκλοφορούσε στην Ιταλία το 1906 με τον Lo sciopero generale e la violenza(Η γενική απεργία και η βία).
Μεταγενέστερα, ο Sorel επηρέασε, επίσης, τους Vilfredo Pareto, Benedetto Croce, Giovanni Gentile και με ενδιάμεσο τον Hubert Lagardelle, τον Benito Mussolini.
Στην Γερμανία ο Σορελιανισμός βρήκε ένα είδος συνέχειάς του στα εθνικο-επαναστατικά και τα εθνικο-κομμουνιστικά ρεύματα που εμφανίσθηκαν κατά την διάρκεια της Βαϊμάρης στα μέσα της δεκαετίας του 1920. (Cf. Michael Freund, Georges Sorel: Der revolutionäre Konservatismus [Frankfurt am Main: Vittorio Klostermann, 1932 and 1972].)
Όταν ο Sorel πέθανε το 1922 ο μοναρχικός Georges Valois στην L’Action française, και ο σοσιαλιστής Robert Louzon, στην La Vie ouvrière έκαναν αφιερώματα με τον ίδιον θαυμασμό. Μερικές εβδομάδες αργότερα ο Μουσολίνι, εισερχόμενος στην Ρώμη, δήλωσε σε έναν Ισπανό δημοσιογράφο: «Στον Sorel οφείλω τα περισσότερα.»
Η Σοβιετική κυβέρνηση και το Φασιστικό κράτος πρότειναν την ίδια ημέρα να αναλάβουν την συντήρηση του τάφου του.



Βιβλιογραφικό Σημείωμα

Ο Jules Monnerot, σε μία συλλογή άρθρων υπό τον τίτλο Inquisitions (José Corti, 1974), δημοσίευσε το εκπληκτικό κείμενο “Georges Sorel ou l’introduction aux mythes modernes” [(pp. 7–47), («Georges Sorel ή εισαγωγή στους σύγχρονους μύθους», σελ. 7-47). Σε αυτό χαρακτηρίζει την «συνοχή της Σορελιανής προσεγγίσεως» ως μία επίμονη αναζήτηση για το «ανυπέρβλητο», όρος ο οποίος καθορίζει την πηγή, συλλογική και ατομική, «των ψυχολογικών κινητοποιήσεων, οι οποίες είναι ανίκητες σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή-ανίκητες κατά περίπτωση. » Για τον Sorel το ανυπέρβλητο είναι μία «ψυχική τροφή» απαραίτητη για τις Δυτικές Κοινωνίες, Όταν εξαφανίζεται, εμφανίζεται η παρακμή. «Το όλο μυστικό του περάσματος του Sorel από τον επαναστατικό συνδικαλισμό, έπειτα στον ακτιβιστικό εθνικισμό, μετά σε ένα είδος Μπολσεβικισμού ή ενός Ευρωπαϊκού εθνικού σοσιαλισμού, τον οποίον ο θάνατος δεν άφησε να αναπτύξει ολοκληρωτικά», γράφει ο Monnerot, «το όλο μυστικό του έργου του Sorel φαίνεται να συμπυκνώνεται στην φράση του: “το ανυπέρβλητο είναι νεκρό στην μπουρζουαζία…” ».








Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012



Ο αγών,επομένως, ο δικός μας-αγών ενάντια στο ψεύδος και την φαυλότητα- δεν συνδέεται με κάποιον πολιτικό ή άλλου τύπου μεσιανισμού. Αποτελεί έναν αγώνα προς Ανόρθωσιν, Ανέγερσιν – αγώνα επανασυστάσεως της συνειδητής και αληθώς ριζωμένης και εχούσης μακραίωνες προοπτικές εθνοφυλετικής Κοινότητος, ως γνησίας εκφράσεως του Έθνους και της Φυλής μας στην Μάχη του παρόντος· είναι άρα ένας ανά πάσα στιγμή επίκαιρος και διεξαγόμενος αγών,στον δρόμο μιας καθημερινής μάχης η οποία διεξάγεται σε πολλά επίπεδα, πρωτίστως όμως σε επίπεδο Εσωτερικό. Οι καθημερινές αντιξοότητες μας οπλίζουν με θέληση και μας δείχνουν τον μόνο αληθινό δρόμο: τον δρόμο της μη λήθης (α-λήθειας), τον δρόμο της εσωτερικής αφυπνίσεως, της απαλλαγής από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, της θραύσεως των δεσμών της υποταγής, της συνειδητοποιήσεως και της ανελίξεως: ανελίξεως ατομικής, συλλογικής – και τελικώς εθνικής.

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

«Το να ανήκεις στην Δεξιά σημαίνει σήμερα Κράτος, Έθνος, παράδοση, πνευματικές αξίες. Εμείς δεν προσδιοριζόμασθε ως συντηρητικοί, αλλά ως εθνικο-λαϊκοί, κοινωνικο ή εθνικοεπαναστάτες, δηλαδή εν προκειμένω είμασθε η Δεξιά των αξιών και όχι της συντηρήσεως.»
Pino Rauti, 19/11/1926 - 02/11/2012

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Ουδείς ποιητής, ουδείς καλλιτέχνης οποιασδήποτε τέχνης κατέχει ολόκληρο το νόημά του μόνος. Η σημασία του, η εκτίμησή του είναι η εκτίμηση της σχέσεώς του με τους νεκρούς ποιητές και καλλιτέχνες. Δεν μπορείς να τον αξιολογήσεις μόνον του. Πρέπει να τον τοποθετήσεις για αντιπαραβολή και για σύγκριση μεταξύ των νεκρών. Εννοώ τούτο ως μία αρχή αισθητικής, όχι απλώς ιστορικής, κριτικής. Η αναγκαιότητα, στην οποίαν θα συμμορφωθεί, την οποίαν θα διατηρήσει, δεν είναι μονόπλευρη. Αυτό που συμβαίνει, όταν ένα νέο έργο τέχνης δημιουργείται, είναι κάτι που συμβαίνει ταυτοχρόνως σε όλα τα έργα τέχνης, τα οποία προηγούνται αυτού. Τα υπάρχοντα μνημεία σχηματίζουν μία ιδεατή τάξη μεταξύ τους, η οποία τροποποιείται από την εισαγωγή ενός καινούργιου (ενός πραγματικά καινούργιου) έργου τέχνης. Η υφιστάμενη τάξη είναι πλήρης, πρίν την άφιξη του νέου έργου. Διότι, προκειμένου η τάξη αυτή να αντέξει ύστερα από την είσοδο της καινοτομίας, ολόκληρη η προϋπάρχουσα τάξη πρέπει, έστω και ελαφρώς, να αναιρεθεί. Και ούτως οι σχέσεις, οι διαστάσεις, οι αξίες κάθε έργου τέχνης προς το όλον επαναρρυθμίζονται. Και τούτο είναι συμφωνία μεταξύ του καινούργιου και του παλαιού. Όποιος και εάν έχει προκρίνει αυτήν την ιδέα της τάξεως, της μορφής της Ευρωπαϊκής, της Αγγλικής λογοτεχνίας, δεν θα θεωρήσει ευτυχές το ότι το παρελθόν πρέπει να αναιρείται από το παρόν εξίσου με το ότι το παρόν διευθύνεται από το παρελθόν. Και ο ποιητής που έχει συνείδηση τούτου, θα αντιλαμβάνεται τις τεράστιες δυσκολίες και ευθύνες.


T. S. Eliot, Notes Towards A Definition Of Culture (London, Faber and Faber, 1962) σελ. 48

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Ο κόσμος της Αριστεράς είναι ένας νεκρός κόσμος- ένας κόσμος νεκρής ύλης και άψυχων αφαιρέσεων. Είναι μία αντί-ανθρώπινη, αντί-φυσική, αντί-αριστοκρατική, αντίθετη στην ελευθερία, αντίθετη στην ομορφιά, αντι-μεταφυσική, εναντίον της αλήθειας, εναντίον της ζωής, υπεραπλυστευτική, ανήθικη, μισητή, γενοκτονική, νεκρόφιλη, ψευδολόγος, αρπακτική ιδεολογία, η οποία, όπου πήγε, έσπείρε τον θάνατο.


Alex Kurtagic

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Είναι εσφαλμένο να λέει κάποιος ότι προσμένω την επιστροφή στο παρελθόν, όπως ο Σατωμπριάν ή, όπως, ο Μπουτεφώ την αιώνια επιστροφή: αφήνω αυτήν την φαντασιοπληξία στους συντηρητικούς στο πεδίο της πολιτικής και στους αστρολόγους στο κοσμικό πεδίο. Όχι: ευελπιστώ σε περιπέτειες ίδιας  βαθμίδος και ακόμα πιο υψιτενείς, και όχι μόνον στο ανθρώπινο πεδίο.
Ernst Jünger

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012



"Μην ψάχνετε την σελίδα με τα περιεχόμενα
 εδώ υπάρχουν μόνον σελίδες με περιεχόμενο"

ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ

Θεσσαλονίκη: βιβλιοπωλείο "Αριστοτέλειο" (Ερμού 61)
Λάρισα: βιβλιοπωλείο "Σκάλα" (Μανδηλαρά 24)
Τρίκαλα: Skinhouse Hellas
Αθήνα: περίπτερο στην Κάνιγγος


Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

- Μια συγκέντρωση για την Μυρτώ -


του Στέφανου ''Linassos''

Ένας από τους εμφανέστερους τρόπους που υπάρχουν προκειμένου να αντιληφθεί κανείς τον μετασχηματισμό της κουλτούρας, της παραγωγής, της πολιτικής και της ζωής εν γένει, που συντελέστηκε με την έλευση της Νεωτερικότητας (σε σύγκριση με τις παραδοσιακές κοινωνίες) είναι η εστίαση στον τομέα της δικαιοσύνης.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν, και στις προ-νεωτερικές εποχές, θα συναντήσουμε την παρεχόμενη από τις αρχές δικαιοσύνη να συνδέεται στενά με το κοινό περί δικαίου αίσθημα και με την Ιδέα του Δικαίου. Του Δικαίου ως κατάστασης αρχετυπικής, που υφίσταται όταν ο καθένας λαμβάνει αυτό που αξίζει.

Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης, η εκδίκηση αποτέλεσε περίπτωση ενδεχόμενη και αποδεκτή. Γινόμενη αντιληπτή ως άγρυπνος τιμωρός του κάθε ενδεχόμενου αδικίας, διαπότιζε τις πολιτικές νοοτροπίες και διαχεόταν στις δικαστικές αποφάσεις.

Αντίθετα με την παραδοσιακή αντίληψη του Δικαίου, στην Νεωτερικότητα επικράτησε η εργαλειακή εφαρμογή της δικαιοσύνης. Κανονισμοί κωδικοποιημένοι διαμορφώνουν το πλαίσιο διαβίωσης σε «μηχανοποιημένα συμβολαιακά κράτη», που πάσχουν από έλλειψη εθνικής και κοινοτικής οργανικότητας, όντας αρθρωμένα σε υλιστικούς αρμούς και βρισκόμενα σε κατάσταση αντίθεσης με την παραδοσιακή πνευματικότητα.

Το ελλαδικό κράτος της Μεταπολίτευσης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας τέτοιας απόπειρας για απόσβεση του ζωντανού στοιχείου της εθνικής οργανικότητας και της μετάβασης σε μια κατάσταση νεωτερικού τύπου. Ωστόσο, πέρα από το γενικότερο αυτό χαρακτηριστικό η ελληνική κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια ακόμη παράμετρο. Το νεωτερικό ελλαδικό κράτος μπορεί να είναι υλιστικό και μηχανιστικό, ωστόσο – αντίθετα με εκείνα της υπόλοιπης Ευρώπης – είναι ταυτοχρόνως αδύναμο. Αδύναμο λόγω εξωτερικών γεωπολιτικών συνθηκών αλλά και δέσμιο εσωτερικών κατεστημένων (τα οποία εμφορούνται από ακόμη περισσότερο νεωτερικές αντιλήψεις).

Η εν λόγω αδυναμία έγινε ορατή στην περίπτωση του ειδεχθούς εγκλήματος που διέπραξε Πακιστανός λαθρομετανάστης εις βάρος ενός δεκαπεντάχρονου κοριτσιού σε νησί του Αιγαίου. Πεποίθησή μου είναι πως το χειρότερο έγκλημα που μπορεί κανείς να διαπράξει είναι η ατίμωση συνανθρώπων του, ιδίως μάλιστα όταν αυτή γίνεται κατόπιν σχεδιασμού. Ως ρομαντικός και παραδοσιοκράτης δεν διστάζω να υποστηρίξω ότι σε τέτοιες περιπτώσεις μια υγιής κοινωνία θα έπρεπε να αφήνει χώρο στην εκδίκηση. Επειδή, όμως, δεν ζούμε σε μια τέτοια εποχή, αλλά αντιθέτως βρισκόμαστε σιδηροδέσμιοι του νεωτερικού πλαισίου, θα περίμενε κανείς να εφαρμοστεί ο τυποποιημένος κανονισμός στην περίπτωση του συλληφθέντα εγκληματία.

Ωστόσο, το ελλαδικό κράτος δεν έκανε ούτε αυτό! Υποταγμένο στην αριστεροκρατία της Μεταπολίτευσης και δειλό στην συμπεριφορά του προς τις άλλες χώρες (με ορισμένες εκ των οποίων ο εγκληματίας φαίνεται να συνδέεται), νόθευσε στοιχεία της υπόθεσης και αντί να προφυλακίσει το πακιστανικό κτήνος σε κάποιο ίδρυμα ενηλίκων, το έστειλε «για διακοπές» σε φυλακές ανηλίκων.

Ως εκ τούτου, η συγκέντρωση του Σαββάτου που είχε χαρακτήρα διαμαρτυρίας για την ιδιότυπη ασυλία προς τον εγκληματία, καταδίκης του εθνοδιαλυτικού φαινομένου της μετανάστευσης και –κυρίως – συμπαράστασης προς την οικογένεια της άτυχης μικρής που έπεσε θύμα των ορέξεων του δράστη, τράβηξε το ενδιαφέρον μου. Έτσι, αγνοώντας τις απειλές κάποιων ανεκδιήγητων της Αριστεράς και του Αναρχισμού, που έκαναν αντιδιαδήλωση υποστήριξης του βιαστή-δολοφόνου(!), γύρω στις 20:00 βρέθηκα στην πλατεία Συντάγματος.

Η συγκέντρωση είχε προαναγγελθεί από ανεξάρτητους πολίτες σε ηλεκτρονικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η έλλειψη οργάνωσης και η αρχική αδυναμία στιβαρής παρουσίας στον χώρο. Η αστυνομία, υπηρετώντας για άλλη μια φορά τον υπουργό της και όχι την ελληνική κοινωνία, έκανε ότι μπορούσε προκειμένου να ματαιωθεί η συγκέντρωση. Ωστόσο, υπολόγισε χωρίς τον ξενοδόχο ή μάλλον χωρίς την Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Γιατί τελικά, οι 250 με 300 πολίτες που παραβρέθηκαν στην συγκέντρωση, υπό τις οδηγίες του Σταμάτη που αναδείχτηκε σε κεντρικό συντονιστή, αυτοοργανώθηκαν αποτελεσματικά και τελικά η συγκέντρωση εξελίχθηκε ομαλά και με παλμό.

Νομίζω ότι αξίζει μια μνεία στον επικεφαλής της Λέσχης μας, ο οποίος πέρα από την πολύχρονη πλέον πνευματική του προσφορά, έδειξε σε συνθήκες έλλειψης χρόνου και σχεδιασμού, καθώς επίσης και σε καταστάσεις πίεσης, τί σημαίνει να έχει κανείς ηγετικά γνωρίσματα.

Για πρώτη φορά ακούστηκαν συνθήματα χωρίς παρωχημένες ακροδεξιές υστερίες αλλά με εθνικιστικό κοινωνισμό ρομαντικής υφής, που με ταξίδευσαν σε εποχές πραγματικών κοινωνικών ενθουσιασμών. Πολλά συγχαρητήρια στους ανεξάρτητους πολίτες και στις αυτόνομες ομάδες που βρέθηκαν στην συγκέντρωση. Αλληλεγγύη και συμπαράσταση στην οικογένεια της μικρής. Κάτι τόσο φρικτό μπορεί να συμβεί πια σε κάθε οικογένεια.

Υψώνοντας τα πνευματικά μας ξίφη και με την Μνήμη μας ζωντανή, δίνουμε υπόσχεση για επιστροφή στο μέλλον που προσδοκούμε!





Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Ο Ernst Juenger επισήμανε κάποτε ότι μια πράξη συγκαλυμμένης βίας είναι πιο τρομερή από αυτήν της φανερής βίας. (Journal IV, 6 Σεπτεμβρίου, 1945). Σημείωνε επίσης: «Η δουλεία μπορεί πραγματικά ενδυναμωθεί, όταν λαμβάνει την μορφή της ελευθερίας.» Η τυραννία του σύγχρονου φιλελευθερισμού δημιουργεί μία ψευδαίσθηση σύμφυτη με τις ίδιες τις αρχές του. Διακηρύσσει την ελευθερία και ξεφωνίζει προς υπεράσπισιν των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», την στιγμή ακριβώς που καταπατά τα περισσότερα από αυτά. Η δικτατορία των μέσων μαζικής ενημερώσεως και το «πλέγμα της σιωπής» εμφανίζονται αποτελεσματικά στην αποστέρηση των πολιτών από την ελευθερία τους σχεδόν εξίσου με την φυλάκιση. Δεν υπάρχει ανάγκη να σκοτώσεις στην Δύση: αρκεί να κόψεις το μικρόφωνο κάποιου. Το να σκοτώσεις κάποιον διά της σιωπής αποτελεί ένα πολύ κομψό είδος φόνου, ο οποίος πρακτικά αποφέρει τα ίδια αποτελέσματα με αυτά μίας πραγματικής δολοφονίας- μία δολοφονία, η οποία, επιπροσθέτως, αφήνει στον δολοφόνο ήσυχη την συνείδησή του. Δεν πρέπει να ξεχνάει κάποιος, επιπλέον, την βαρύτητα ενός τέτοιου τύπου δολοφονίας.  Σπανίζουν αυτοί που σιωπούν τον αντίπαλό τους για διασκέδαση.

Alain de Benoist- Tomislav Sunic

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2012

Ευρώπη και Ευρωπαϊκότητα



Του Dominique Venner, απόσπασμα από το έργο του "Le Siècle de 1914: Utopies, guerres et révolutions en Europe au XXe siècle" (Paris: Pygmalion, 2006). (Ο αιώνας του 1914: Ουτοπίες, πόλεμοι και επαναστάσεις στην Ευρώπη του 20ου αιώνος)

Μετάφραση από τα γαλλικά στα αγγλικά υπό του Grerg Johnson , η οποία δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα www.counter-currents.com

Μετάφραση από τα αγγλικά στα ελληνικά υπό του Lohengrin



Τι είναι η Ευρώπη; Τι είναι ο Ευρωπαίος;

Από γεωπολιτικής και ιστορικής απόψεως η Ευρώπη ορίζεται από τα φυσικά της όρια. Το κέντρο, ο ευρωπαϊκός πυρήνας, σχηματίζεται από έθνη, τα οποία, μολονότι συχνά σε σύγκρουση, έχουν βιώσει μία κοινή ιστορία από τον Μέσο Μεσαίωνα. Κατ’ ουσίαν είναι τα έθνη που προκύπτουν από την Καρολίγγεια Αυτοκρατορία και τις περιφέρειές της, αυτά τα οποία συναπάρτισαν την Συνθήκη της Ρώμης το 1957, γνωστά και ως «Έξι»: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες και Λουξεμβούργο. Παραπέρα, μπορεί κάποιος να δεί έναν δεύτερο κύκλο να σχηματίζεται, ο οποίος περιλαμβάνει τα Ατλαντικά και τα Βόρεια έθνη, καθώς και την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Ένας τρίτος κύκλος, τέλος, προνομιούχων συμμαχιών διευρύνεται προς την Ρωσία.

Επ’ ουδενί λόγω ομιλώ εδώ για ένα πολιτικό σχέδιο. Ομιλώ ως ένας ιστορικός που καταδεικνύει μία σειρά πραγματικοτήτων.

Κάποιος θα μπορούσε να αναφέρει διαφορετικές. Η Δουνάβια Αυτοκρατορία των Αμψβούργων απετέλεσε μία πραγματικότητα. Η Βαλτική Ευρώπη εξίσου, αν και δεν ισχύει πλέον για την Μεσογειακή Ευρώπη, η οποία έπαυσε να αποτελεί τον άξονα της ευρωπαϊκής ενότητος από τις Αραβοϊσλαμικές κατακτήσεις.

Η Ευρώπη, όμως, είναι κάτι αρκετά διαφορετικό από το γεωγραφικό πλαίσιο υπάρξεώς της.

Η συνείδηση του ανήκειν στην Ευρώπη, της Ευρωπαϊκότητος, είναι πολύ παλαιότερη από την σύγχρονη έννοια της Ευρώπης. Είναι εμφανής στα διαδοχικά ονόματα του Ελληνισμού, του Κελτισμού, του Ρωμανισμού, της Φραγκικής Αυτοκρατορίας ή του Χριστιανισμού. Ιδωμένη ως μία πανάρχαια παράδοση, η Ευρώπη αποτελεί προϊόν μίας υπερχιλιετούς κοινωνίας πολιτισμού, της οποίας η ιδιαιτερότητα και η ενότητα πηγάζουν από τους λαούς που την αποτελούν και από μία πνευματική κληρονομία, της οποίας η υπέρτατη έκφραση είναι τα Ομηρικά Έπη.

Όπως οι άλλοι μεγάλοι πολιτισμοί – Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία ή η Σημιτική Ανατολή-ο δικός μας έχει ρίζες βαθιά στην προϊστορία. Βασίζεται σε μία συγκεκριμένη παράδοση, η οποία διαπερνά τον χρόνο υπό εναλλασσόμενες όψεις. Σχηματίσθηκε από πνευματικές αξίες, οι οποίες δομούν την συμπεριφορά μας και τροφοδοτούν τις φαντασιώσεις μας, ακόμα και αφότου τις ξεχνούμε.

Εάν για παράδειγμα η απλή σεξουαλικότητα είναι παγκόσμια, ακριβώς όπως είναι η πράξη του διατρέφεσθαι, η αγάπη είναι διαφορετική σε κάθε πολιτισμό, όπως είναι η αναπαράσταση της θηλυκότητος, η ζωγραφική τέχνη, η γαστρονομία και η μουσική. Αποτελούν αντανακλάσεις μίας συγκεκριμένης πνευματικής μορφολογίας, μυστηριωδώς μεταφερομένης μέσω του αίματος, της γλώσσας και της διάχυτης μνήμης μίας κοινότητος. Οι ιδιαιτερότητες αυτές μας κάνουν αυτό που είμασθε και όχι κάποιος άλλος, ακόμα και εάν η επίγνωση μας για αυτές έχει χαθεί.

Κατανοητή υπό αυτήν την έννοια, η παράδοση είναι αυτό που σχηματίζει και διαιωνίζει την ατομικότητα, ιδρύει την ταυτότητα, δίδει νόημα στην ζωή. Δεν είναι μία υπερβατικότητα εξωτερικευμένη. Η παράδοση αποτελεί ένα «εγώ» το οποίο διαπερνά τον χρόνο, μία ζώσα έκφραση του μερικού εντός του σύμπαντος.

Το όνομα Ευρώπη εμφανίσθηκε 2.500 έτη πρίν στον Ηρόδοτο και στο έργο «Περιήγησις» του Εκαταίου του Μιλησίου. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο Έλληνας αυτός γεωγράφος κατέταξε τους Κέλτες και τους Σκύθες μεταξύ των λαών της Ευρώπης και όχι στους βαρβάρους. Ήταν η εποχή που η ευρωπαϊκή αυτογνωσία ανεφάνη για πρώτη φορά υπό την απειλή των Περσικών Πολέμων. Είναι μία σταθερά της Ιστορίας: η ταυτότητα γεννάται υπό την απειλή της διαφορετικότητος.

Είκοσι αιώνες μετά την Σαλαμίνα, η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453 έγινε αισθητή ως μία ακόμα χειρότερη αναταραχή. Ολόκληρη η ανατολική πλευρά της Ευρώπης ήταν ανοικτή στην Οθωμανική κατάκτηση. Η Αυστρία των Αμψβούργων παρέμεινε το έσχατο προπύργιο.

Η κρίσιμη αυτή στιγμή έφερε την άνθιση μίας Ευρωπαϊκής συνειδήσεως με την σύγχρονη έννοια της λέξεως.

Το 1452 ο φιλόσοφος Γεώργιος ο Τραπεζούντιος1 είχε ήδη εκδώσει το έργο «Pro defenda Europa», ένα μανιφέστο, όπου το όνομα της Ευρώπης αντικατέστησε αυτό της Χριστιανοσύνης.

Μετά την πτώση της Βυζαντινής πρωτεύουσας, ο καρδινάλιος Piccolomini, μετέπειτα Πάπας Πίος Β’2, έγραψε: «Το ανατολικό κομμάτι της Ευρώπης αποσχίσθηκε». Και για να μεταδώσει την πλήρη σημασία και το πάθος του γεγονότος, δεν επικαλέσθηκε του ς Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά, απώτερους στην Ευρωπαϊκή μνήμη, τους ποιητές και τους τραγικούς της αρχαίας Ελλάδος. Η καταστροφή αυτή, κατά δήλωσή του σημαίνει «τον δεύτερο θάνατο του Ομήρου, του Σοφοκλέους και τους Ευριπίδου». Ο φωτισμένος αυτός Πάπας απεβίωσε το 1464, δυστυχής για την αδυναμία του να κινητοποιήσει στρατό και στόλο για την απελευθέρωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Όλα τα ιστορικά στοιχεία συνηγορούν στο ότι η Ευρώπη είναι μία πολύ παλαιά κοινωνία πολιτισμών. Δίχως να πηγαίνουμε πίσω στις σπηλαιογραφίες και τον μεγαλιθικό πολιτισμό, δεν υπάρχει ούτε ένα ιστορικό φαινόμενο το οποίο βίωσε μία από τις χώρες της Φραγκικής σφαίρας και το οποίο δεν το μοιράσθηκαν όλες οι υπόλοιπες. Η μεσαιωνική ιπποσύνη, η επική ποίηση, ο αυλικός έρως, η μοναρχία, οι φεουδαλικές ελευθερίες, οι Σταυροφορίες, η ανάδυση τον πόλεων, η Γοτθική επανάσταση, η Αναγέννηση, η Μεταρρύθμιση και η Αντιμεταρρύθμιση, η επέκταση πέρα από τις θάλασσες, η γέννηση του έθνους-κράτους, το κοσμικό και το θρησκευτικό Μπαρόκ, η μουσική πολυφωνία, ο Διαφωτισμός, ο Ρομαντισμός, το Προμηθεϊκό σύμπαν της τεχνολογίας ή ο αφυπνιζόμενος εθνικισμός… Ναι, όλα αυτά είναι κοινά στην Ευρώπη και μόνον στην Ευρώπη. Στην πορεία της Ιστορίας κάθε μεγάλο κίνημα σε μία χώρα της Ευρώπης αμέσως έβρισκε το ισοδύναμό του ανάμεσα στις αδελφές χώρες και πουθενά αλλού. Όσο δε για τις συγκρούσεις που για τόσον καιρό συνεισέφεραν στον δυναμισμό μας, υπαγορεύονταν από τον ανταγωνισμό πριγκίπων ή κρατών, ποτέ, όμως, από πολιτισμικές αντιθέσεις.

Σε αντίθεση με άλλους λιγότερο αρεστούς λαούς, οι Ευρωπαίοι σπανίως έπρεπε να θέσουν το ερώτημα της ταυτότητός τους. Τους ήταν αρκετό ότι υπήρχαν: πολυάριθμοι, ισχυροί και συχνά νικητές. Αλλά αυτό τελείωσε. Ο τρομερός «αιώνας του 1914» έθεσε τέλος στην κυριαρχία των Ευρωπαίων, οι οποίοι έκτοτε μαστίζονται από τους δαίμονες της αυτοαμφισβήτησης, μετριασμένης σε κάποιον βαθμό εν τούτοις από μία προσωρινή υλική αφθονία. Οι πρωτοστάτες της ενοποιήσεως τρέμουν από φόβο εμπρός στο ερώτημα της ταυτότητος. Η ταυτότητα, όμως, είναι τόσο σημαντική για μία κοινότητα όσο το ζωτικό ζήτημα των εθνικών και εδαφικών συνόρων.



Σημειώσεις του μεταφραστού

1. Γεώργιος ο Τραπεζούντιος, Κρήτη 1395-Ρώμη 1486. Με απώτερη καταγωγή από την Τραπεζούντα του Πόντου, υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Αναγεννήσεως. Μετέβη στην Ιταλία το 1420, διδάχθηκε και έμαθε άπταιστα λατινικά μέσε σε μόλις τρία χρόνια. Δίδαξε ελληνικά και μετέφρασε από τα ελληνικά στα λατινικά, ενώ η σφοδρότατη επίθεσή του εναντίον του Πλάτωνος και η συμπαράταξή του με τους αριστοτελικούς του στοίχισε την φιλία του με τον Βησσαρίωνα.

2. Πάπας Πίος Β’, γεννηθείς ως Enea Silvio Piccolomini (λατινιστί Aeneas Sylvius) 18 Οκτωβρίου 1405 – 14 Αυγούστου 1464. Από ισχυρή οικογένεια, έλαβε πανεπιστημιακή μόρφωση και δραστήριος στα πολιτικά και εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής του, έφθασε στο αξίωμα του Πάπα στις 19 Αυγούστου 1458, το οποίο διετήρησε μέχρι τον θάνατό του. Κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες, προκειμένου να οργανώσει σταυροφορία εναντίον των Τούρκων, για την οργάνωση της οποίας προσκάλεσε όλα τα χριστιανικά έθνη στις 26 Σεπτεμβρίου 1459 και την οποίαν ανεκήρυξε στις 14 Ιανουαρίου 1460. Η σταυροφορία αυτή, ωστόσο, ουσιαστικά και δυστυχώς και για τους Έλληνες και για ολόκληρη την Ευρώπη δεν ξεκίνησε ποτέ. Φωτεινή εξαίρεση στην ολιγωρία και την μικροπολιτική των ηγεμόνων της εποχής απετέλεσε ο γνωστός Βλάντ Γ’ ο Ανασκολοπιστής, τον οποίον ο Πάπας Πίος Β’ εκτιμούσε εξαιρετικά.

Αν και δεν το συνηθίζουμε, μιάς και στην συνέντευξη του Ρωμανού στην ιστοσελίδα της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. συζητήθηκε και η ελληνική σκηνή του heavy metal, συστήνουμε ανεπιφύλακτα στους οπαδούς του μελωδικού/ορχηστρικού epic/power τους Έλληνες Sacred Blood.Δεν θα χάσετε...
www.sacred-blood.com

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

Μαζί με αυτήν την εφηβική λατρεία της σεξουαλικοποιημένης αγάπης, η οποία ανυψώνει τις επιθυμίες του μοναχικού ατόμου υπεράνω των κοινοτικών και οικογενειακών υποχρεώσεών του, έρχεται ένα άλλο είδος κοντόφθαλμης, ηδονιστικής φιλελεύθερης ιδεολογίας που καταστρέφει τους συλλογικούς κανόνες: η θρησκεία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η πλημμυρίδα των κηρυγμάτων και των νόμων, που προωθούν της αδελφοσύνη και τον αντιρατσισμό, είναι συνώνυμα με την από-αρρενοποίηση , τον εθνομαζοχισμό και την καταστροφή της ιστορικής ταυτότητος της Ευρώπης.


Michael O’Meara



Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Μία από τις αξιόλογες προσπάθειες στα λογοτεχνικά δρώμενα της εποχής μας στην χώρα μας είναι τα "Λογοτεχνικά Δρώμενα", τα οποία συνεχίζουν το αφιέρωμα για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (1912 – 2012) με το περιοδικό ΜΟΡΦΕΣ [γ΄ περίοδος] (έτος 1949 – τχ.3).
Οι λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης και το έργο τους παρουσιάζονται μέσα από αναρτήσεις στην ιστοσελίδα http://logotexnika-epikaira.blogspot.com με αποστολή τευχών σε ψηφιακή μορφή από λογοτεχνικά περιοδικά της πόλης. Από τις αρχές του έτους στάλθηκαν τεύχη από τα περιοδικά: Διαγώνιος, Μακεδονικές Ημέρες, Μακεδονικά Γράμματα, Κοχλίας, Μορφές [α΄ περιόδου], Ξεκίνημα, εφημερίδα Παμφοιτητική, φοιτητικό περιοδικό Οι Νέοι.
Φωτογραφίες, χειρόγραφα ποιήματα, εξώφυλλα περιοδικών κλπ έχετε τη δυνατότητα να τα δείτε αναρτημένα κατά διαστήματα στην ιστοσελίδα.
Εδώ μπορείτε να δείτε το σύνολο των αναρτήσεων που έχουν παρουσιαστεί μέχρι στιγμής:
http://logotexnika-epikaira.blogspot.com/search/label/%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%9C%CE%91%20%CE%98%CE%95%CE%A3%CE%A3%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%9D%CE%99%CE%9A%CE%97%201912%20-%202012




Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012


Δέκατο τεύχος για το περιοδικό της ΦΛΕΦΑΛΟ "Φανταστική Λογοτεχνία" και σταθερό στην ποιότητα και την ποικιλία της θεματολογίας του, περιέχει άρθρα για την λογοτεχνία του φανταστικού, για την ζωγραφική, την μουσική και την πολιτική. Επισκεφθείτε το ιστολόγιό της στην διεύθυνση flefalo.blogspot.com

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
"Το κέρας", του Σταμάτη Μαμούτου"Πέρα από τον Μαύρο Ποταμό", του Κιμμέριου
"Στο μονοπάτι του πολεμιστή", του Δημήτρη Τουσιάδη
"Φλόγινο Ξίφος", του Δημήτρη Σιάββα
"Η Φαντασία ως δύναμη ανατροπής: Από την εποχή του Ρομαντισμού στην μεταμοντέρνα Νεωτερικότητα", του Σταμάτη Μαμούτου
"Νικόλαος Γύζης", του Morias
"Mysticum of the Grand Magus", του Lordian Guard
"Mary Jane. Πώς έγινα βρυκόλακας", της Κασσάνδρας Αλογοσκούφι












Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

 " Dawn points, and another day
Prepares for heat and silence. Out at sea
           the dawn wind
Wrinkles and slides. I am here
Or there, or elsewhere. In my begining."

T.S. Eliot, East Cocker

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

ΣΤ' ΜΕΡΟΣ
συνέχεια Παραρτήματος

Ας εξετάσουμε τώρα τι διαχωρίζει την Μορφή από τον Τύπο. Συγκρινόμενος με την Μορφή, η οποία είναι περισσότερο περιεκτική, αλλά εξίσου θολή, ο Τύπος είναι πιο περιορισμένος. Τα περιγράμματά του είναι σχετικά καλοφτιαγμένα, γεγονός που τον καθιστά ένα είδος μεσάζοντος μεταξύ του φαινομένου και της Μορφής: «Αποτελεί» λέει ο Jünger «την πρότυπο εικόνα του φαινομένου και την εγγυήτρια εικόνα της Μορφής.» Η Μορφή διαθέτει μία μεγαλύτερη προέκταση σε σχέση με τον Τύπο. Υπερβαίνει τον Τύπο, όπως η μήτρα που δίδει την μορφή υπερβαίνει την μορφή. Επιπροσθέτως, εάν ο Τύπος προσδιορίζει μία ομάδα, η Μορφή τείνει να προσδιορίζει μία εξουσία ή μία εποχή. Διαφορετικοί τύποι δύνανται να συνυπάρχουν παράλληλα με τον καθένα τους τον ίδιο χρόνο και στο ίδιον χώρο, αλλά υπάρχει χώρος μόνον για μία Μορφή. Υπό αυτήν την άποψη, η σχέση μεταξύ Μορφής και Τύπου συγκρίνεται με αυτήν του Ενός και των πολλών. (Για τον λόγον αυτόν γράφει ο Jünger: «Ο Μονοθεϊσμός μπορεί να γνωρίζει, μιλώντας σε αυστηρά πλαίσια, μόνον μία Μορφή. Γι΄ αυτό και υποβιβάζει τους θεούς στην κατηγορία των Τύπων.») Τούτο ισοδυναμεί με το να ισχυρισθούμε ότι η Μορφή δεν αποτελεί μόνον έναν πιο εκτεταμένο Τύπο, αλλά ότι υπάρχει, επίσης, μία διαφορά στην φύση της Μορφής και του Τύπου. Η Μορφή μπορεί να αναδείξει Τύπους, αποδίδοντάς τους μία αποστολή και ένα νόημα. Ο Jünger δίδει το παράδειγμα του ωκεανού ως μία έκταση διακριτή από όλες τις συγκεκριμένες θάλασσες: «Ο Ωκεανός είναι μορφοποιητής των Τύπων. Δεν έχει Τύπο, είναι μία Μορφή.»

Δύναται ο άνθρωπος να σχηματίσει μία Μορφή, όπως κάνει με έναν Τύπο; Ο Jünger ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική απάντηση στο ερώτημα αυτό, αλλά οπωσδήποτε κλίνει προς την αρνητική απάντηση. «Η Μορφή», γράφει, «μπορεί να συντηρείται, αλλά δεν μπορεί να σχηματίζεται.» Τούτο σημαίνει ότι η Μορφή δεν μπορεί ούτε να εξορκισθεί με λόγια ούτε να φυλακισθεί με την σκέψη. Ενώ ο άνθρωπος δύναται με να ονομάζει Τύπους, είναι πολύ δυσκολότερο να πράξει το ο,τιδήποτε με μία Μορφή: «Ο κίνδυνος είναι σημαντικότερος, διότι κάποιος προσεγγίζει το αδιαφοροποίητο σε μεγαλύτερη έκταση σε σχέση με την ονοματοδοσία Τύπων.» Ο Τύπος εξαρτάται από τον άνθρωπο, ο οποίος τον υιοθετεί ονομάζοντάς τον, ενώ η Μορφή δεν μπορεί να καταστεί κτήμα μας. «Η ονομασία των Τύπων», τονίζει ο Jünger, «εξαρτάται από τον άνθρωπο, που τον αποκτά. Από την άλλη πλευρά, όταν μία Μορφή ονοματίζεται, ορθώς υποθέτουμε ότι πρώτα αποκτά έναν άνθρωπο.» Ο άνθρωπος δεν έχει πρόσβαση στην «πατρίδα των Μορφών»: «Αυτό που συλλαμβάνεται ως Μορφή είναι ήδη διαμορφωμένο.»

Στον βαθμό που ανήκει στο μεταφυσικό επίπεδο, μία Μορφή εμφανίζεται ξαφνικά. Δίδει στον άνθρωπο ένα σημάδι, αφήνοντάς τον ελεύθερο να την αναγνωρίσει ή να την αγνοήσει. Ο άνθρωπος, όμως, δεν μπορεί να την συλλάβει μόνον διά της διαισθήσεως. Το να γνωρίσουμε ή να αναγνωρίσουμε μία Μορφή επιβάλλει μία περισσότερο εμβριθή επαφή, συγκρινόμενη με την κατανόηση της συγγένειας. Ο Jünger δεν διστάζει στο σημείο αυτό να κάνει λόγο περί «προφητείας.» Μία Μορφή αποκαλύπτεται, απελευθερωμένη από την λήθη, κατά την χαϊντεγγεριανή έννοια από την ύπαρξη του Είναι - απελευθερωμένη από τα βαθύτατα επίπεδα του αδιαφοροποίητου, λέγει ο Jünger. Την ίδιαν, όμως, στιγμή, καθώς αποκαλύπτεται, καθώς εμφανίζεται και αποκτά αποτελεσματική δύναμη, «χάνει την ουσία της»-όπως ένας θεός που διαλέγει να ενσαρκωθεί σε ανθρώπινη μορφή. Μόνον αυτή η «απαξίωση» της οντολογικής καταστάσεώς της καθιστά δυνατόν για τον άνθρωπο να γνωρίσει τι τον συνδέει με μία Μορφή, την οποίαν δεν μπορεί να συλλάβει διά της σκέψεως ή του ονόματος. Η Μορφή, ούτως, αποτελεί την «ύψιστη αναπαράσταση που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος για το ανείπωτο και για την δύναμή του.»

Κατόπιν των προρρηθέντων, μπορεί κάποιος να ισχυρισθεί ότι οι τέσσερις γιουνγκεριανές Μορφές είναι πράγματι Μορφές και όχι Τύποι; Με όλη την αυστηρότητα, μόνον ο Εργάτης ανταποκρίνεται πλήρως στον ορισμό της Μορφής, στον βαθμό που περιγράφει μιαν εποχή. Ο Στρατιώτης, ο Επαναστάτης και ο Άναρχος θα αποτελούσαν, αντιθέτως, Τύπους.

Ο Jünger γράφει ότι για τον άνθρωπο η ικανότητα να σχηματίζει Τύπους προέρχεται από μία «μαγική δύναμη». Σημειώνει, επίσης, ότι σήμερα αυτή η ανθρώπινη ικανότητα παρακμάζει και προτείνει ότι είμαστε μάρτυρες της ανόδου του αδιαφοροποίητου, με άλλα λόγια μία «χειροτέρευση των Τύπων», το πλέον ορατό σημάδι ότι ο παλαιός κόσμος υποχωρεί έναντι ενός καινούργιου, του οποίου οι Τύποι δεν έχουν ακόμα εμφανισθεί και κατά συνέπεια δεν μπορούν ακόμα να ονομασθούν. «Προκειμένου να καταφέρουμε να συλλάβουμε νέους Τύπους», γράφει, «το πνεύμα πρέπει να λιώσει τους παλαιούς… Μόνο στο αμυδρό φώς της αυγής μπορεί το αδιαφοροποίητο να λάβει νέα ονόματα.» Γι’ αυτόν τον λόγο, στο τέλος, θέλει να είναι βέβαιος: «Είναι προβλέψιμο ότι ο άνθρωπος θα ανακτήσει την ικανότητά του να σχηματίζει Τύπους και ούτως θα επιστρέψει στην υπέρτατη αξιοσύνη του.»


 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Πηγή: «Τύποι και μορφές εντός του έργου του Ernst Jünger: Ο Στρατιώτης του Μετώπου, ο Εργάτης, ο Επαναστάτης και ο Άναρχος» αρχικά παρουσιάσθηκε ως διάλεξη στην Ρώμη τον Μάϊο του 1997.

1. Ernst Jünger, Der Arbeiter: Herrschaft und Gestalt (Hamburg: Hanseatische Verlagsanstalt,1932).

2. Γαλλιστί “arraisonne.” Εδώ το ρήμα «arraisonner» έχει την σημασία του «συναρπάζω» με την διττή σημασία του «κυριεύω» και του «αιχμαλωτίζω». Στην συνέχει του εν λόγω δοκιμίου ο Benoist χρησιμοποιεί το “arraisonnement” ως ισοδύναμο του «Gestell» ή «Ge-stell» του Heidegger, που μεταφράζεται στα αγγλικά συνήθως ως «πλαισιώνω». Σύμφωνα με τον Heidegger, το Gestell αποτελεί την όψη του κόσμου ως σωρός αποθεμάτων (Bestand) για την ανθρώπινη χειραγώγηση . Ο Heidegger αποκαλεί το Gestell ως «ουσία» της τεχνολογίας, διότι είναι η κοσμοθεωρία αυτή που καθιστά τον σύγχρονο τεχνολογικό πολιτισμό εφικτό. Ιδέ Martin Heidegger, «Το ζήτημα της Τεχνολογίας».

3. Ernst Jünger, Der Waldgang (Frankfurt am Main: Vittorio Klostermann 1951)
 
4. Ernst Jünger, Die totale Mobilmachung (Berlin: Verlag der Zeitkritik, 1931)

5. Ernst Jünger, Auf den Marmorklippen (Hamburg: Hanseatische Verlagsanstalt, 1939)

6. Friedrich Georg Jünger, Die Perfektion der Technik [Η τελειότητα της τεχνολογίας](Frankfurt am Main: Klostermann,1946)

7. “l’arraisonnement technicien”

8. Ernst Jünger, Eumeswil (Stuttgart: Klett-Cotta, 1977)

9. Ernst Jünger, Heliopolis: Rückblick auf eine Stadt [Heliopolis: Review of a City] (Tübingen: Heliopolis, 1949)

10. “‘Über die Linie’: Penser l’être dans l’ombre du nihilisme” [ «Πάνω από την γραμμή: Περίσκεψη του Είναι στην Σκιά του Μηδενισμού»], στο «Σημειωματάρια Ernst Jünger 1“ (1996), 49.

11. l’arraisonnement

12. Ernst Jünger, Der Kampf als inneres Erlebnis (Berlin: Mittler, 1922)

13. Ernst Jünger, Sturm (συγγραφέν εν 1923) (Stuttgart: Ernst Klett, 1978)

14. Ernst Jünger, Das Abenteuerliche Herz: Aufzeichnungen bei Tag und Nacht [Η περιπετειώδης καρδιά:Εικονογραφήσεις της Ημέρας] (Berlin: Frundsberg,1929).

15. Το ακόλουθο Παράρτημα αποτελεί το πρώτο μέρος της αρχικής διαλέξεως, ακολουθούμενο από την τελευταία παράγραφο του τρίτου μέρους.

16. Ernst Jünger, Typus—Name—Gestalt (Stuttgart: Ernst Klett, 1963).

17. In Ernst Jünger, Strahlungen (Tübingen: Heliopolis, 1949).

18. Ernst Jünger, “Sizilischer Brief an den Mann im Mond”, in Blätter und Steine [Φύλλα και Πέτρες] (Hamburg: Hanseatische Verlagsanstalt, 1934).
 
19. Ο πρώτος τόμος του έργου του Oswald Spengler ήδη έφερε τον υπότιτλο: «Gestalt und Wirklichkeit» [Μορφή και Πραγματικότητα]. « Gestalt» γράφει ο Gilbert Merlio, « είναι η Μορφή των μορφών, αυτή που «πληροφορεί» την πραγματικότητα κατά τον τρόπο της αριστοτέλειας εντελέχειας. Αποτελεί την μορφολογική ενότητα που προσλαμβάνει κάποιος κάτω από την αντίθεση της ιστορικής πραγματικότητας, η μορφοποιητική ιδέα (άλλως Urpflanze!) που της προσδίδει συνοχή και κατεύθυνση» (“Les images du guerrier chez Ernst Jünger” [« Οι εικόνες του Πολεμιστού στον Ernst Jünger»], στο Danièle Beltran-Vidal, ed., Images d’Ernst Jünger [Εικόνες του Ernst Jünger] [Berne: Peter Lang, 1996], 35).

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Στρατιώτης, Εργάτης, Επαναστάτης, Άναρχος-Μία εισαγωγή στον Ernst Jünger

Ε' ΜΕΡΟΣ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Περί Τύπου και Μορφής [15]



Γράφει ο Jünger το 1963 στο βιβλίο του με τίτλο «Type-Name-Gestalt» (Τύπος-Όνομα-Μορφή) [16]: « Η Μορφή και ο Τύπος είναι ανώτερες μορφές της οράσεως. Η έννοια των Μορφών απονέμει μία μεταφυσική δύναμη, η κατανόηση των Τύπων μία διανοητική δύναμη». Θα επανεξετάσουμε την διάκριση αυτήν μεταξύ Μορφής και Τύπου. Αλλά ας επισημάνουμε αμέσως ότι ο Jünger συνδέει την δυνατότητα διακρίσεώς των με μία υψηλότερη μορφή οράσεως, π.χ. με μία όραση που πηγαίνει μακρύτερα των αμέσων εμφανίσεων, για να αναζητήσει και να αναγνωρίσει αρχέτυπα. Υπαινίσσεται, επιπλέον, ότι αυτή η υψηλότερη μορφή οράσεως ενώνεται με το αντικείμενό της, π.χ. με την Μορφή και με τον Τύπο. Γίνεται, περαιτέρω, πιο συγκεκριμένος: «Ο Τύπος δεν εμφανίζεται στην φύση ή η Μορφή στο σύμπαν. Και οι δύο πρέπει να αποκρυπτογραφηθούν εντός των φαινομένων, όπως μια δύναμη στα αποτελέσματά της ή ένα κείμενο στους χαρακτήρες του.» Επιβεβαιώνει, τελικώς, ότι υπάρχει «μια τυποποιητική δύναμη του σύμπαντος» η οποία «αναζητά να διαπεράσει το αδιαφοροποίητο» και «ενεργεί κατευθείαν στην όραση», προκαλώντας «μια ανείπωτη γνώση: διαίσθηση», έπειτα αποδίδοντας ένα όνομα: «Τα πράγματα δεν φέρουν ένα όνομα, τα ονόματα αποδίδονται σε αυτά.»

Τούτο αναφορικά με τις άμεσες εμφανίσεις δεν θα έπρεπε να παρερμηνευθεί. Ο Jünger δεν μας προσφέρει μία καινούργια εκδοχή του πλατωνικού μύθου του σπηλαίου. Δεν προτείνει την αναζήτηση στοιχείων ενός άλλου κόσμου σε αυτόν τον κόσμο. Στο «Der Arbeiter», αντιθέτως, ήδη απεκήρυξε «τον δυϊσμό του κόσμου και των συστημάτων του». Παρομοίως, στο έργο του «Strahlungen» («Ακτινοβολίες», 1949) έγραψε: «Το ορατό περιέχει όλα τα σημάδια που οδηγούν στο αόρατο. Και η ύπαρξη του τελευταίου πρέπει να είναι προς επίδειξη στον ορατό κόσμο». Για τον Jünger, ούτως, υπάρχει μεταμόρφωση μόνον στο ενυπάρχον. Και όταν προτίθεται να αναζητήσει «τα πράγματα που βρίσκονται πίσω από τα πράγματα», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του στο έργο του «Sizilischer Brief an den Mann im Mond» (Σικελικό Γράμμα στον Άνθρωπο στην Σελήνη), είναι ότι έχει πεισθεί, όπως ο Νοβάλις, ότι «το πραγματικό είναι μαγικό, όσο μαγικό είναι το πραγματικό».

Θα μπορούσε κάποιος να σφάλει σοβαρά συγκρίνοντας τον Τύπο με μία «έννοια» και την Μορφή με μία «ιδέα». «Ένας Τύπος», γράφει ο Jünger, «είναι πάντα δυνατότερος από μία ιδέα, και ακόμα περισσότερο από μία έννοια». Πράγματι, ο Τύπος γίνεται κατανοητός μέσω της οράσεως, με άλλα λόγια ως εικόνα, ενώ η έννοια μπορεί να συλληφθεί μόνον μέσω της σκέψεως. Προκειμένου να κατανοήσουμε την Μορφή ή τον Τύπο δεν πρέπει να αφήσουμε τον αισθητό κόσμο για κάποιον άλλον κόσμο που συνιστά τον πρώτο σκοπό του, αλλά να αναζητήσουμε εντός του αισθητού κόσμου την αόρατο διάσταση που συνιστά την «τυποποιητική δύναμη»: «Αναγνωρίζουμε άτομα: ο Τύπος συμπεριφέρεται σας την μήτρα της οράσεώς μας… Τούτο καταδεικνύει στην πραγματικότητα ότι δεν είναι τόσο ο Τύπος που αντιλαμβανόμεθα, αλλά, εντός της και όπισθέν της, η δύναμη της τυποποιητικής πηγής».

Η Γερμανική λέξη για την Μορφή είναι Gestalt, η οποία μεταφράζεται εν γένει ως «μορφή» [19]. Η λεπτή διαφορά δεν είναι ασήμαντη, διότι επιβεβαιώνει το ότι η Μορφή είναι προσδεδεμένη στον κόσμο των μορφών, π.χ. στον αισθητό κόσμο, αντί του να αποτελεί μία Πλατωνική ιδέα, η οποία θα μπορούσε να βρεί σε αυτόν τον κόσμο μόνον την ασήμαντη και παραμορφωμένη αντανάκλασή της. Ο Γκαίτε στην εποχή του δυσαρεστήθηκε μαθαίνοντας ότι ο Σίλλερ θεωρούσε πως το Urpflanze (αρχέτυπο) του ήταν μία ιδέα. Η Μορφή συχνά παρεξηγείται κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπο, όπως ο ίδιος ο Jünger τόνιζε με έμφαση. Η Μορφή βρίσκεται στην μεριά της οράσεως, όπως βρίσκεται στην μεριά του Είναι , το οποίο είναι ομοούσιο με τον κόσμο. Δεν βρίσκεται στην μεριά του verum [ΣτΜ: του αληθούς], αλλά του certum. [ΣτΜ: του βεβαίου]

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Στρατιώτης, Εργάτης, Επαναστάτης, Άναρχος-Μία εισαγωγή στον Ernst Jünger


Δ' ΜΕΡΟΣ
Είναι εύκολο να δούμε τι διαφοροποιεί τα δύο ζεύγη που σχηματίζονται από την μια μεριά υπό του Στρατιώτου του Μετώπου και του Εργάτου και από την άλλη υπό του Επαναστάτου και του Άναρχου. Θα ήταν, όμως, λάθος να συμπεράνει από αυτό κάποιος ότι ο «δεύτερος Jünger»,του έργου « Auf den Marmorklippen» αποτελεί αντίθεση του πρώτου. Αυτός ο «δεύτερος Jünger» εκφράζει περισσότερο πρόοδο, στην οποίαν δόθηκε μια ελεύθερη πορεία, μίας κλίσης εξ αρχής παρούσας, αλλά συσκοτισμένης από το έργο του συγγραφέως-στρατιώτου και του εθνικιστού μαχητού. Στα πρώτα βιβλία του Jünger, όπως και στα «Der Kampf als innere Erlebnis» [12] και «Sturm» [13], μπορεί κάποιος να διακρίνει πίσω από την αφήγηση μία αναντίρρητη τάση προς την vita contemplativa. Από την αρχή ο Jünger εκφράζει έναν πόθο για διαλογιστική αντανάκλαση , την οποίαν οι περιγραφές μαχών ή τα καλέσματα για δράση δεν μπορούν να αποκρύψουν. Ο πόθος αυτός είναι εμφανής στην πρώτη έκδοση στο έργο «Das Abenteuerliche Herz», στο οποίο μπορεί κάποιος να διαβάσει όχι μόνον ένα ενδιαφέρον για μια συγκεκριμένη κυριολεκτικά ποίηση, αλλά, επίσης, μία αντανάκλαση-αυτήν που θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει τόσο ως μεταλλική, όσο και ως κρυστάλλινη-για την αμεταβλητότητα των πραγμάτων και αυτού που στον απόλυτο πυρήνα του παρόντος εξυψούται σε κοσμικά σημάδια και σε μια αναγνώριση του απεριόριστου, θρέφοντας ούτως την «στερεοσκοπική όραση», στην οποίαν δύο επίπεδες εικόνες ενώνονται σε μία μοναδική εικόνα, για να αποκαλύψουν την διάσταση του βάθους.
Δεν υφίσταται ούτως καμία αντίθεση μεταξύ των τεσσάρων Μορφών, αλλά μόνον μία προοδευτική εμβάθυνση, ένα είδος αυξανόμενα εξαιρετικού σχεδίου , που οδήγησε τον Jünger, έναν αρχικά ηθοποιό της εποχής του, έπειτα δικαστή και κριτή των καιρών του, να θέσει τελικώς εαυτόν υπεράνω της εποχής του, προκειμένου να καταθέσει σχετικά με το τι προηγήθηκε του αιώνος του και τι θα ακολουθήσει αυτού.
Στο έργο του «Der Arbeiter» διαβάζουμε: «Όσο περισσότερο αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην αλλαγή, τόσο πρέπει να είμεθα ενδόμυχα πεπεισμένοι, ότι πίσω από αυτήν κρύβεται ένα ήρεμο είναι». Ολόκληρη την ζωή του ο Jünger ποτέ δεν έπαυσε να προσεγγίζει τούτο το «ήρεμο είναι». Καθώς περνούσε από την εκδηλωμένη δράση στην φανερή μη-δράση - ενώ πορευόταν, θα έλεγε κανείς, από το υπάρχειν στο Είναι-κατόρθωσε μία υπαρξιακή πρόοδο, η οποία τελικώς του επέτρεψε να κατέχει την θέση του Άναρχου, το ακίνητο κέντρο, το «κεντρικό σημείο του περιστρεφόμενου τροχού», από το οποίο ξεκινά κάθε κίνηση.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Στρατιώτης, Εργάτης, Επαναστάτης, Άναρχος-Μία εισαγωγή στον Ernst Jünger

Γ' ΜΕΡΟΣ

Η τελευταία Μορφή, την οποίαν ο Jünger αποκαλεί ονομάζει Άναρχος, πρωτοεμφανίσθηκε το 1977 στο «Eumeswil» [8], μία «μεταμοντέρνα» νουβέλα προορισμένη να αποτελέσει την συνέχεια του έργου Heliopolis[9] και εκτυλισσόμενη στην τρίτη χιλιετία. Ο Venator, ο ήρωας, δεν χρειάζεται πλέον να διαβιοί στο δάσος, για να παραμένει ανεπηρέαστος από τον περιβάλλοντα μηδενισμό. Είναι αρκετό για αυτόν που έχει φθάσει μία ανύψωση, η οποία του επιτρέπει να παρατηρεί τα πάντα από μία απόσταση, δίχως να απαιτείται να απομακρύνεται. Τυπική υπό αυτήν την άποψη είναι η στάση του απέναντι στην εξουσία. Ενώ ο αναρχικός θέλει να καταργήσει την εξουσία, ο Άναρχος αρκείται στο σπάσει όλους τους δεσμούς με αυτήν. Ο Άναρχος δεν είναι εχθρός των αρχών, αλλά δε τις αναζητά, διότι δεν τις χρειάζεται, ώστε να γίνει αυτό που είναι. Ο Άναρχος είναι κυρίαρχος του εαυτού-το οποίο ισοδυναμεί με το να ισχυριζόμασθε ότι δείχνει την απόσταση που υφίσταται μεταξύ κυριαρχίας, η οποία δεν προϋποθέτει εξουσία, και εξουσίας, η οποία ποτέ δεν παρέχει κυριαρχία. «Ο Άναρχος» γράφει ο Jünger «δεν είναι ο συνεργάτης του μονάρχη, αλλά ο αντίποδάς του, ο άνθρωπος που η εξουσία δεν μπορεί να συλλάβει, αλλά και είναι επικίνδυνος για αυτήν. Δεν είναι αντίπαλος του μονάρχη, αλλά το αντίθετό του.» Πραγματικός χαμαιλέων, ο Άναρχος προσαρμόζεται σε όλα τα πράγματα, διότι ουδέν τον φθάνει. Βρίσκεται στην υπηρεσία της ιστορίας, ενώ είναι πέραν αυτής. Ζεί σε όλες τις εποχές ταυτοχρόνως, παρόν, παρελθόν και μέλλον. Έχοντας διαβεί «το τείχος του χρόνου», βρίσκεται την θέση του Πολικού Αστέρος, που παραμένει σταθερός, ενώ ολόκληρος ο έναστρος θόλος περιστρέφεται γύρω του, του κεντρικού άξονος ή του κεντρικού σημείου, «του κέντρου του τροχού, όπου ο χρόνος έχει εξοβελισθεί». Ούτως, μπορεί να επιβλέπει το «ξεκαθάρισμα», που εκπροσωπεί τον τόπο και την περίσταση για την επιστροφή των θεών. Από αυτό μπορεί να δεί κάποιος, όπως γράφει ο Claude Lavaud αναφορικά με τον Heidegger, ότι η λύτρωση έγκειται «στο να μένεις πίσω , παρά στο να περνάς απέναντι’ στην προσήλωση και όχι στο υπολογισμό’ στην αναμνηστική ευλάβεια που ανοίγει την σκέψη στην αποκάλυψη και την απόκρυψη, που συναποτελούν την ουσία της αληθείας .» [10]

Αυτό, λοιπόν, που διακρίνει τον Επαναστάτη από τον Άναρχο είναι η ποιότητα της εθελουσίας των περιθωριοποιήσεως: οριζόντια απόσυρση για τον πρώτον, κάθετος απόσυρση για τον δεύτερο. Ο Επαναστάτης έχει την ανάγκη να βρεί καταφύγιο στο δάσος, επειδή είναι άνθρωπος δίχως εξουσία ή κυριαρχία και επειδή μόνον εκεί διατηρεί τις συνθήκες της ελευθερίας του. Ο ίδιος ο Άναρχος είναι επίσης δίχως εξουσία, αλλά ακριβώς επειδή δεν έχει εξουσία, είναι κυρίαρχος. Ο Επαναστάτης είναι ακόμα σε κατάσταση επαναστάσεως, ενώ ο Άναρχος βρίσκεται πέραν της επαναστάσεως. Ο Επαναστάτης συνεχίζει με μυστικότητα-κρύβεται στις σκιές-ενώ ο Άναρχος παραμένει σε πλήρη θέα. Εν τέλει, εκεί που ο Επαναστάτης είναι εξορισμένος από την κοινωνία, ο Άναρχος εξορίζει εαυτόν. Δεν είναι αποκλεισμένος, είναι απελευθερωμένος.

Η έλευση του Επαναστάτου και του Άναρχου, απώθησε την ανάμνηση του Στρατιώτου του Μετώπου στο παρασκήνιο, αλλά δεν τερμάτισε την κυριαρχία του Εργάτου. Ομολογουμένως, ο Jünger άλλαξε την γνώμη του για το τι πρέπει να περιμένουμε, αλλά δεν εγκατέλειψε ποτέ την πεποίθησή του ότι αυτή η Μορφή πραγματικά επικρατεί στον σύγχρονο κόσμο. Ο Εργάτης προσδιορισμένος ως «ο αρχηγός Τιτάνας που διατρέχει την σκηνή της εποχής μας» είναι πραγματικά ο υιός της Γής, το τέκνο του Προμηθέως. Ενσαρκώνει την «τελλουρική» δύναμη , της οποίας το όργανο είναι η σύγχρονη τεχνολογία. Αποτελεί, επίσης, μία μεταφυσική Μορφή, διότι η σύγχρονη τεχνολογία δεν είναι τίποτα άλλο από την συνειδητοποιημένη ουσία της μεταφυσικής, που καθιστά τον άνθρωπο κύριο ενός κόσμου μεταμορφωμένου σε αντικείμενο. Και με τον άνθρωπο ο Εργάτης τηρεί μία διαλεκτική κυριότητος: ο Εργάτης είναι κύριος του ανθρώπου μέχρι του σημείου που ο άνθρωπος πιστεύει ότι είναι κύριος του κόσμου με το να ταυτίζει τον εαυτό του με τον Εργάτη.

Ωστόσο, μέχρι του ακριβούς σημείου που είναι οι εκπρόσωποι των στοιχειακών και των τελλουρικών δυνάμεων, οι Τιτάνες εξακολουθούν να είναι φορείς ενός μηνύματος, το περιεχόμενο του οποίου εντέλλεται την ύπαρξή μας. Ο Jünger δεν τους θεωρεί πλέον συμμάχους, αλλά ούτε εχθρούς. Κατά την συνήθειά του, ο Jünger είναι ένας σεισμογράφος: έχει ένα προαίσθημα ότι η κυριαρχία των Τιτάνων αναγγέλλει την επιστροφή των θεών και ότι ο μηδενισμός αποτελεί ένα αναγκαίο κομμάτι του μονοπατιού προς την αναγέννηση του κόσμου. Για να τελειώσουμε με τον μηδενισμό, πρέπει να τον ζήσουμε μέχρι το τέλος του-«περνώντας την γραμμή» που αντιστοιχεί στο «μεσημβρινό μηδέν»-διότι, όπως λέει ο Heidegger , το τεχνολογικό πλαίσιο [11] (Ge-stell) παραμένει ένας τρόπος του Είναι , όχι απλώς η λήθη του. Για τον λόγον αυτόν, εάν ο Jünger αντιμετωπίζει τον Εργάτη ως κίνδυνο, θεωρεί, επίσης, ότι ο κίνδυνος αυτός μπορεί να γίνει η σωτηρία μας, διότι υπό αυτού και μέσω αυτού θα είναι πιθανό να εξαλειφθεί ο κίνδυνος.

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Στρατιώτης, Εργάτης, Επαναστάτης, Άναρχος-Μία εισαγωγή στον Ernst Jünger

Β' ΜΕΡΟΣ

Η στροφή αυτή αντανακλάται στην νουβέλα Auf den Marmorκlippen (Πάνω στους μαρμάρινους λόφους)[5], εκδοθείσα το 1939. Οι ήρωές της, δύο αδέλφια, βοτανολόγοι από την Μεγάλη Μαρίνα, που απαρνούνται με τρόμο το ανηλεές αποτέλεσμα της επιχειρήσεως του Μεγάλου Δασονόμου, ανακαλύπτουν ότι υπάρχουν όπλα ισχυρότερα αυτών που διαπερνούν και που σκοτώνουν. Εκείνη την εποχή ο Jünger όχι μόνον ήταν πληροφορημένος από την άνοδο του Εθνικοσοσιαλισμού, αλλά είχε επηρεασθεί και από τον αδελφό του Friedrich Georg Jünger, ο οποίος σε ένα διάσημο βιβλίο [6] υπήρξε από τους πρώτους που ήσκησαν μία ριζοσπαστική κριτική επί του τεχνολογικού πλαισίου. [7]. Ως τέκνα της τεχνολογίας, ο Στρατιώτης και ειδικότερα ο Εργάτης ευρίσκοντο στην πλευρά των Τιτάνων. Ο Jünger, ωστόσο, κατέληξε ότι η τιτανική κυριαρχία των στοιχειακών οδηγεί κατευθείαν στον μηδενισμό. Κατάλαβε ότι ο κόσμος δεν έπρεπε ούτε να ερμηνευθεί ούτε να αλλάξει, αλλά να ιδωθεί ως η ξεχωριστή πηγή της αποκαλύψεως της αλήθειας. Αντελήφθη ότι η τεχνολογία δεν είναι απαραιτήτως ανταγωνιστική προς τις αστικές αξίες και ότι μεταμορφώνει τον κόσμο μόνον παγκοσμιοποιώντας την έρημο. Κατάλαβε ότι πίσω από την ιστορία το άχρονο επιστρέφει σε πιο ουσιώδεις κατηγορίες και ότι ο ανθρώπινος χρόνος, με όρια καθορισμένα από τον μηχανισμό του ρολογιού, είναι ένας «φανταστικός χρόνος» γεννηθείς από μία συσκευή, η οποία έκανε τους ανθρώπους να ξεχνούν το γεγονός ότι ανήκουν στον κόσμο, ένας χρόνος που καθορίζει την φύση των ασχολιών τους αντί να καθορίζεται από αυτές, σε αντίθεση με την κλεψύδρα , το «στοιχειώδες-πρωταρχικό ρολόι», της οποίας η ροή υπακούει σε φυσικούς νόμους-ένας κυκλικός και όχι ένας γραμμικός χρόνος. Ο Jünger με άλλα λόγια συνειδητοποίησε ότι το ξέσπασμα των Τιτάνων αποτελεί πρωτίστως και κυρίως εξέγερση εναντίον των Θεών. Για τον λόγον αυτόν απέρριψε τον Προμηθέα.

Εναντίον του ολοκληρωτικού δεσποτισμού οι ήρωες του Auf den Marmorκlippen επιλέγουν την απόσυρση, δημιουργώντας μίαν απόσταση. Με αυτήν έχουν ήδη ανακοινώσει την νοοτροπία του Επαναστάτη, για τον οποίον ο Jünger θα έγραφε: «Ο Επαναστάτης είναι…οποιοσδήποτε, του οποίου ο νόμος της φύσεως του τον τοποθετεί σε μία σχέση με την ελευθερία, μία σχέση η οποία με τον καιρό τον οδηγεί σε μία εξέγερση ενάντια στον αυτοματισμό και σε μία άρνηση να αποδεχθεί την ηθική του συνέπεια, την μοιρολατρεία».

Μπορεί κάποιος να διαπιστώσει από αυτό ότι η Μορφή του Επαναστάτου συνδέεται αμέσως με έναν διαλογισμό επάνω στην ελευθερία-και επίσης στον αποκλεισμό, από την στιγμή που ο Επαναστάτης είναι εξίσου ένας παράνομος. Ο Επαναστάτης παραμένει ένας μαχητής, όπως ο Στρατιώτης του Μετώπου, αλλά είναι ένας μαχητής που την ενεργό απουσία προσωπικότητος, επειδή προτίθεται να διατηρήσει την ελευθερία του σε συνάρτηση με τον σκοπό που υπερασπίζεται. Υπό αυτήν την έννοια ο Επαναστάτης δεν μπορεί να ταυτισθεί με κάποιο σύστημα, ακόμα και με αυτό, υπέρ του οποίου μάχεται. Δεν αναπαύεται σε καμία περίπτωση. Εάν ο Επαναστάτης επιλέξει την περιθωριοποίηση, υπεράνω όλων τίθεται να περιφρουρεί ενάντια στις δυνάμεις της καταστροφής, να σπάει την περικύκλωση, θα μπορούσε να πεί κάποιος, χρησιμοποιώντας μία στρατιωτική μεταφορά, την οποίαν ο ίδιος ο Jünger χρησιμοποιεί όταν γράφει: «Η θαυμαστή περικύκλωση του ανθρώπου είχε προετοιμασθεί από πολύ παλαιά από θεωρίες που στοχεύουν στην αψεγάδιαστη λογική ερμηνεία του κόσμου και παρελαύνουν σε κλειστό σχηματισμό μαζί με την ανάπτυξη της τεχνολογίας».

«Ο δρόμος του μυστηρίου πηγαίνει κατευθείαν προς το εσώτερο» είπε ο Novalis. Ο Επαναστάτης είναι ένας μετανάστης στο εσώτερο, που επιζητά να διατηρήσει την ελευθερία του στην καρδιά των δασών, όπου τέμνονται «τα μονοπάτια που δεν οδηγούν πουθενά».  Το καταφύγιο αυτό, ωστόσο, είναι διφορούμενο, διότι αυτό το άσυλο της οργανικής ζωής, το οποίο δεν έχει ακόμα απορροφηθεί από την μηχανοποίηση του κόσμου, εκπροσωπεί-στο ακριβές σημείο που συνιστά ένα σύμπαν ξένο προς τα ανθρώπινα πρότυπα-τον «μεγάλο οίκο του θανάτου, την μόνη έδρα του καταστρεπτικού κινδύνου». Όθεν η θέση του Επαναστάτου μπορεί να είναι μόνον προσωρινή.

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Στρατιώτης, Εργάτης, Επαναστάτης, Άναρχος-Μία εισαγωγή στον Ernst Jünger

 Του Alain de Benoist
Μετάφραση-επιμέλεια κειμένου: Lohengrin
Α' ΜΕΡΟΣ


Τέσσερις μορφές εμφανίζονται διαδοχικά στα γραπτά του Jünger, κάθε μία από αυτές ανταποκρινόμενη σε μία ξεχωριστή περίοδο της ζωής του συγγραφέως. Αυτές είναι χρονολογικά ο Στρατιώτης του Μετώπου, ο Εργάτης, ο Επαναστάτης, ο Άναρχος. Μέσω των μορφών αυτών μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει το παθιασμένο ενδιαφέρον που είχε ο Jünger για τον κόσμο των μορφών. Για αυτόν οι μορφές δεν μπορούν να προέλθουν από την αλλαγή που συμβαίνει στον αισθητό κόσμο. Οι μορφές υποδεικνύουν σε ποικίλα επίπεδα, τον τρόπο με τον οποίον τα αισθητά όντα εκφράζονται: η «ιστορία» του κόσμου ίσταται υπεράνω κάθε μορφογενέσεως. Ως εντομολόγος, επιπλέον, ο Jünger ήταν φυσικά επιρρεπής σε κατηγοριοποιήσεις. Πέραν του ατόμου, αναγνωρίζει το γένος και το είδος .

Μπορεί κάποιος να διακρίνει εδώ ένα είδος λεπτής προκλήσεως προς τον ατομικισμό: «Το μοναδικό και το τυπικό αλληλοαποκλείονται»,γράφει. Όπως το βλέπει ο Jünger, το σύμπαν είναι έτσι εκείνο, όπου οι Μορφές δίδουν στις εποχές την μεταφυσική σημασία τους. Με αυτή την σύντομη, θα ήθελα να συγκρίνω κα να αντιπαραβάλω τις υπό του Jünger αναγνωρισμένες Μορφές.

Ο Στρατιώτης του Μετώπου (Der Frontsoldat) είναι πρωτίστως μάρτυρας του τέλους του πολέμου με την κλασική έννοια: οι πόλεμοι που έδιδαν προτεραιότητα στον ιπποτισμό, που ήσαν οργανωμένοι γύρω από τις έννοιες της δόξης και της τιμής, που γενικώς σεβόταν τους αμάχους και που διέκριναν ξεκάθαρα μεταξύ του Μετώπου και των Μετόπισθεν. «Μολονότι ζαρώναμε από φόβο μέσα στους κρατήρες των οβίδων, συνεχίζαμε να πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος είναι δυνατότερος από την ύλη. Αυτό απεδείχθη λάθος.», έγραφε ο Jünger. Όντως, από τότε και έπειτα η «ύλη» μετρούσε περισσότερο από τον ανθρώπινο παράγοντα. Ο υλικός αυτός παράγοντας σηματοδοτεί την εισόρμηση και την κυριαρχία της τεχνολογίας. Η τεχνολογία επιβάλλει τον δικό της νόμο, τον νόμο της απουσίας προσωπικότητας και του ολοκληρωτικού πολέμου-ενός πολέμου ταυτοχρόνως μαζικού και αφηρημένου στην ωμότητά του. Την ίδια στιγμή ο Στρατιώτης καθίσταται ένας απρόσωπος ηθοποιός. Ακόμα και ο ηρωισμός του είναι απρόσωπος, διότι αυτό που μετράει περισσότερο για εκείνον δεν είναι πλέον ο σκοπός ή το αποτέλεσμα της μάχης. Δεν πρόκειται για το εάν θα κερδίσει ή θα χάσει, εάν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Αυτό που μετράει είναι η πνευματική προδιάθεση που τον οδηγεί να αποδεχθεί την ανώνυμη θυσία του. Υπό αυτήν την έννοια, ο Στρατιώτης του Μετώπου είναι εξ ορισμού ένας Άγνωστος Στρατιώτης, ο οποίος σχηματίζει ένα σώμα, στην πλήρη κυριολεξία του όρου, με την μονάδα, στην οποίαν ανήκει, σαν ένα δένδρο, το οποίο δεν αποτελεί απλώς μέρος, αλλά μία υποδειγματική ενσάρκωση του δάσους.

Το ίδιο ισχύει για τον Εργάτη, ο οποίος εμφανίζεται το 1932, στο διάσημο βιβλίο με το όνομα αυτό, του οποίου ο παράτιτλος είναι «Κυριαρχία και Μορφή» [1] Το κοινό στοιχείο του Στρατιώτου και του Εργάτου είναι η ενεργός απουσία προσωπικότητας. Αμφότεροι είναι τέκνα της τεχνολογίας. Επειδή η ίδια τεχνολογία που μεταμόρφωσε τον πόλεμο σε μία μονότονη «εργασία», πνίγοντας το ιπποτικό πνεύμα στην λάσπη των χαρακωμάτων, μεταμόρφωσε, επίσης, τον κόσμο σε ένα απέραντο εργαστήριο, όπου ο άνθρωπος είναι στο εξής εντελώς σκλαβωμένος [2] από τις προσταγές της παραγωγικότητας. Ο Στρατιώτης και ο Εργάτης έχουν, εν τέλει, τον ίδιον εχθρό: τον αξιοπεριφρόνητο φιλελεύθερο αστό, τον αναγγελμένο από τον Νίτσε «τελευταίο άνθρωπο», ο οποίος σέβεται την ηθική τάξη, την ωφέλεια και το κέρδος. Ο Εργάτης και ο Στρατιώτης, που έχει επιστρέψει από το Μέτωπο, επίσης, θέλουν να καταστρέψουν, προκειμένου να δημιουργήσουν, να απομακρύνουν τα τελευταία κουρέλια του ατομικισμού, προκειμένου να ιδρύσουν έναν καινούργιο κόσμο πάνω στα συντρίμμια της παλαιάς «απολιθωμένης μορφής ζωής»

Ωστόσο, ενώ ο Στρατιώτης ήταν μόνον το παθητικό αντικείμενο της κυριαρχίας της τεχνολογίας, ο Εργάτης στοχεύει ενεργά στο να ταυτοποιήσει τον εαυτό του με αυτήν. Μακράν του να είναι το αντικείμενό της ή να υποτάσσεται στις εκδηλώσεις της, ο Εργάτης, αντιθέτως, αναζητά εν πλήρει συνειδήσει να επιδοκιμάσει της δύναμη της τεχνολογίας, η οποία θεωρεί ότι θα εξαλείψει τις διαφορές μεταξύ των τάξεων, όπως και ανάμεσα σε πόλεμο και ειρήνη, σε πολίτη και σε στρατιωτικό. Ο Εργάτης δεν είναι πλέον αυτός που «θυσιάζεται, για να επωμίζεται τα φορτία στις μεγάλες ερήμους της φωτιάς», όπως ο Jünger ακόμα το έθετε στο έργο του «Der Waldgang» (Το μονοπάτι στο δάσος) [3], αλλά ένα όν εντελώς αφοσιωμένο στην «totale Mobilmachung» (ολοκληρωτική επιστράτευση ή κινητοποίηση) [4] Ούτως, η Μορφή του Εργάτου προχωρά πολύ μακρύτερα του Τύπου του Στρατιώτου του Μετώπου. Διότι για τον Εργάτη-που ονειρεύεται όλη την ώρα την ζωή του Σπαρτιάτου, του Πρώσσου, ή του Μπολσεβίκου, όπου το άτομο οπωσδήποτε θα μπορούσε να ξεπερασθεί από τον Τύπο- ο Μεγάλος Πόλεμος υπήρξε μόνον το αμόνι , πάνω στο οποίο σφυρηλατήθηκε ένας άλλος τρόπος του είναι στον κόσμο. Ο Στρατιώτης του Μετώπου περιόρισε τον εαυτό του, για να ενσαρκώσει νέα πρότυπα συλλογικής υπάρξεως. Ο Εργάτης, από την πλευρά του, αποσκοπεί στο να τις μετεμφυτεύσει στην αστική ζωή, να τις καταστήσει νόμο ολόκληρης της κοινωνίας.

Ο Εργάτης με τον τρόπον αυτόν δεν είναι μόνον ο άνθρωπος που εργάζεται (η πλέον κοινή σημασία) περισσότερο απ’ ό,τι ο άνθρωπος μίας κοινωνικής τάξεως, π.χ. μίας δεδομένης οικονομικής κατηγορίας (η ιστορική σημασία). Είναι ο Εργάτης με μία μεταφυσική έννοια: αυτό που αποκαλύπτει την Εργασία ως τον γενικό κανόνα ενός κόσμου, ο οποίος αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στην αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα, ακόμα και στην πολυτέλεια και την ανάπαυση.

Τα στοιχεία της κοσμοθεάσεως του Jünger-η αισθητική και βουλησιαρχική αντίληψη της τεχνολογίας, η αποφασιοκρατία κάθε στιγμής, η αντίθεση του Εργάτου προς τον Αστό, η νιτσεϊκή θέληση «προς επαναξιολόγηση όλων των αξιών», που ήδη υποδαυλίζει τον γιουνγκεριανό «στρατιωτικό εθνικισμό» της δεκαετίας του είκοσι-συνοψίζονται ενίοτε με την φράση «ηρωικός ρεαλισμός». Υπό την επιρροή των γεγονότων, ωστόσο, ο διαλογισμός του Jünger θα υποστεί συντόμως μία αποφασιστική καμπή, η οποία τον οδήγησε σε διαφορετική κατεύθυνση.