Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Yukio Mishima, Yojuro Yasuda και Φασισμός


ΜΕΡΟΣ Γ' (τελευταίο)


8. Οι ιστορικές αντιλήψεις του Yasuda και του Mishima


Οι Tsuneari Fukuda[5] και Kanji Nishio[6] έγραψαν ένα δοκίμιο για τον Yojuro Yasuda, στο οποίο εκθειάζουν τον τρόπο, με τον οποίον βοήθησε τους αναγνώστες της Περιόδου Showa, οι οποίοι ήταν εξοικειώμενοι με την Δυτική λογοτεχνία, να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τους Ιάπωνες κλασικούς. Ενώ ο ίδιος ο Yasuda ήταν βαθιά ενημερωμένος για τους Ιάπωνες κλασικούς ήδη από την παιδική του ηλικία, έλαβε και Δυτική μόρφωση και συνδύασε την εμπειρία του αυτήν με τον Ιαπωνικό πολιτισμό, για να σχηματίσει μία συγκεκριμένη σύνθεση.
Επιπροσθέτως, υπάρχει ένα ενδιαφέρον ανέκδοτο για τον Yasuda. Μολονότι συνήθως φορούσε δυτικά ρούχα πρίν τον Πόλεμο, υιοθέτησε το κιμονό μετά τον Πόλεμο και διατήρησε αυτήν την ενδυμασία μέχρι τον θάνατό του. Αυτό δείχνει να ανταποκρίνεται στην πεποίθησή του, ότι ενώ οι Ιάπωνες έπρεπε να έχουν μάθει το Δυτικό Πνεύμα πρό του Πολέμου, μετά τον Πόλεμο ώφειλαν να δώσουν προτεραιότητα στην υπεράσπιση του Ιαπωνικού πολιτισμού.
Η λογοτεχνία του Yasuda αντανακλά ακριβώς της ιστορία της Ιαπωνίας. Απεικόνιζε τον πολιτισμό της Ιαπωνίας πρίν την Manyoshu[7] Περίοδο ως ένα ευθύ μονοπάτι και ισχυριζόταν σθεναρά ότι αυτός είναι ο ορθός τρόπος αντιμετωπίσεως της ιαπωνικής ιστορίας. Υπεστήριζε, επιπλέον,την προσαρμογή όχι μόνον του ευθέος μονοπατιού αλλά και των παρακαμπτηρίων αυτού, όπως πίστευε και ότι η Ιστορία του Ιαπωνικού έθνους δεν μπορεί να σταθεί, εάν τα παρακαμπτήρια μονοπάτια απλώς απορρίπτονταν χωρίς δεύτερη σκέψη. Τόσο το ευθύ μονοπάτι όσο και τα παρακαμπτήρια μονοπάτια ανήκουν στην εθνική ιστορική εμπειρία. Η στάση του Yasuda μπορεί να ιδωθεί ως μία συγκεκριμένη μορφή «εθνικής συνθέσεως».
Παρομοίως, ο Mishima ήταν γνώστης της ιστορίας και επιβεβαίωνε την Ιαπωνία ως μία «χώρα ιστορίας και παραδόσεως». Πράγματι, ενώ το έργο του «Το ολάνθιστο δάσος», πρώιμο έργο εκδοθέν το 1941, αντιμετώπιζε την ιστορία και την καταγωγή ως παράγοντες, τα μεταγενέστερα έργα επιδεικνύουν μικρότερη αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορική άποψη του Mishima κατά κύριο λόγο επεκτείνεται στις σύγχρονες περιόδους. Όπως εκδηλώνεται στο έργο του «Η θάλασσα της γονιμότητος», η ερμηνεία του της ιστορίας αποτελεί συχνά απλώς την γέφυρα μίας γενεάς ή αρχίζει από το τέλος του σογκούν Tokugawa, που συνδέεται ριζικά με την σύγχρονη Ιαπωνία.
Από την άλλη πλευρά, ο Mishima ασκούσε κριτική στον μαρξιστικό ιστορικό υλισμό, ο οποίος είχε διαπεράσει το μεταπολεμικό ιαπωνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ο ιστορικός υλισμός βασίζεται στον ντετερμινισμό, όπως ακριβώς και ο φιλελευθερισμός, και εξαναγκάζει τους ανθρώπους σε ένα προκαθορισμένο ιστορικό πλαίσιο. Ο Φασισμός αντιτίθεται σε αυτόν, υπό την έννοια ότι θεωρεί την ιστορία ως το αποτέλεσμα της ανθρώπινης ελευθέρας βουλήσεως, με την οποίαν ο Mishima συμφωνεί. Ο Mishima ασκεί κριτική στον ιστορικό υλισμό, επειδή πιστεύει ότι η ιστορία οφείλει να είναι όχι μία υλική αναφορά, αλλά ένα ζήτημα του «εθνικού πνεύματος».
Ενώ η ιστορία δεν έχει τέλος, έχει αφετηρία. Η απαρχή της ιστορίας συνιστά το σύμβολο της πηγής των εθνών. Η επιστροφή στην πηγή των εθνών αποτελεί έναν κοινό πολιτικό μύθο για τους εθνικιστές όλων των εθνών. Για την Ιαπωνία σχετίζεται με την ιδρυτική περίοδο του Έθνους Yamato. Για την Ιταλία είναι η περίοδος της αρχαίας Ρώμης. Αμφότερες οι περίοδοι είναι πνευματικές ουτοπίες.
Ενώ οι εθνικιστές αναζητούν την ιδεαλιστική εικόνα του μέλλοντος στο παρελθόν - όχι ένα συγκεκριμένο παρελθόν, αλλά ένα εξιδανικευμένο – το οποίο δεν βασίζεται σε ένα ντετερμινιστικό μοντέλο όπως ο Μαρξισμός ή ο Φιλελευθερισμός, αλλά σε ιδεαλιστικό σύστημα αξιών, π.χ. την δύναμη της φαντασίας, η οποία είναι αναμφίβολα ένα χαρακτηριστικό χαρακτηριστικό του Φασισμού. Το παρελθόν υπάρχει ως μέσον για να σχηματισθεί και να ενδυναμωθεί η συνείδηση της εθνικής ταυτότητος, εκ της οποίας αναπτύσσονται οι κοινότητες. Ο Yasuda απεπειράθη να αντιγράψει το ουράνιο πρωτότυπο στον ανθρώπινο κόσμο μέσω της εξυμνήσεως ποικίλων Shinto συμβόλων.
Στην περίπτωση του Mishima, όπως ήδη ανεφέρθη, μολονότι η εθνική ιστορία και μύθοι εμφανίζονται στο έργο του «Το ολάνθιστο δάσος», τέτοια ζητήματα εθνικών πηγών σπανίως αγγίζει στα έργα του που ακολούθησαν αυτό. Πιο συγκεκριμένα, οι νουβέλες του πραγματεύονται τις απόπειρες των ανθρώπων, να αναζητήσει τρόπους ζωής ελεύθερους από τους χαλινούς του ορθολογισμού. Αυτό που ο Mishima πραγματικά αναζητούσε ήταν ο πρωτογενής άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ανορθολογιστικό ένστικτο. Η νουβέλα του «Το σπίτι του Kyoko» αποτελεί το ορόσημο στο μονοπάτι αυτής της αναζητήσεως.
Το δίχως άλλο, ο Φασισμός αξιολογεί την διαίσθηση περισσότερο από το ένστικτο. Το ένστικτο αρνείται την λογική, αλλά η διαίσθηση την μεταμορφώνει. Όπως παρατηρήθηκε από κάποιους ακαδημαϊκούς της πολιτικής ψυχολογίας, ο Ιταλικός Φασισμός τόνιζε την «διαίσθηση», ενώ ο Γερμανικός Εθνικοσοσιαλισμός υιοθέτησε το «ένστικτο». Ενώ ο Mishima κατά την νεότητά του είχε θαυμάσει τον Μουσολίνι, στην συνέχει έδωσε μεγαλύτερη προσοχή στον Χίτλερ. Αποτελεί αυτή η μεταστροφή του προσωπικού ενδιαφέροντος το αποτέλεσμα του επαναπροσδιορισμού του Mishima από την διαίσθηση στο ένστικτο; Αυτό είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο.



9. Η προσμονή του Θανάτου


Ένα από τα βασικά στοιχεία του Ιαπωνικού Ρομαντισμού είναι η «προσμονή του θανάτου». Ο θάνατος αποτελεί, επίσης, ένα επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό στην λογοτεχνία του Mishima.Ο Φασίστας έχει μία ισχυρή προσμονή για έναν όμορφο θάνατο, εξ ού και το ότι η κουλτούρα του φασισμού ονομάζεται και κουλτούρα του θανάτου. Υπήρχε ένα στρατιωτικό τραγούδι της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας στην δεκαετία του 1920, στο οποίο ο θάνατος ενσαρκώνεται από μία γυναίκα και είχε στίχους όπως: «όταν συναντήσεις τον θάνατο, προσπάθησε να τον φλερτάρεις». Μία τέτοια θετική στάση απέναντι στον θάνατο ήτο διαδεδομένη στην Ιταλία.
Από συναισθηματικής απόψεως, η προσμονή του θανάτου αποτελεί το σημαντικότερο κοινό χαρακτηριστικό του Ιαπωνικού Ρομαντισμού, της λογοτεχνίας του Mishima και του Φασισμού. Η προσμονή του θανάτου, ωστόσο, δεν τροφοδοτείται με κανέναν τρόπο από μαζοχισμό ή από επιθυμία για αυτοκαταστροφή. Αποτελεί, περισσότερο, έναν ενεργό και ρωμαλέο τρόπο μεταμορφώσεως του θανάτου. Είναι ένας τρόπος νοηματοδοτήσεως της ζωής και δικαιολογήσεως της υπάρξεως κάποιου μέσω της πράξεως του θανείν. Η ύστατη στιγμή της ζωής του Mishima το μαρτυρά καλύτερα από ο,τιδήποτε άλλο.
Ο ποιητής Ezra Pound, ο οποίος ήταν συμπαθών προς τον Ιταλικό Φασισμό και ο οποίος τον συνέδραμε, όταν συνελήφθη από τον αμερικανικό στρατό, είπε περίπου τα ακόλουθα: «Εάν κάποιος δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για τις ιδέες του είτε είναι δειλός είτε οι ιδέες του δεν αξίζουν». Η ετοιμότητα κάποιου να πεθάνει αποτελεί την δικαιολόγηση του θανάτου του. Ενώ ο Mishima αυτοκτόνησε υιοθετώντας «αξίες υπεράνω του σεβασμού της ζωής», στην Ιταλία το 1945 περίπου 100.000 Φασίστες πέθαναν για τις ιδέες τους, οι οποίοι εκτελέσθηκαν από τους Αριστερούς.
Ο Giovanni Solari, επικεφαλής της τοπικής οργανώσεως του Ιταλικού Φασιστικού Κόμματος στο Τορίνο, άφησε το ακόλουθο μήνυμα στην τελευταία επιστολή του προς την σύζυγό του, λίγο πρίν την εκτέλεσή του : «Είθε η ιδέα μας, η ιδέα αυτών εξ ημών , οι οποίοι έζησαν έντιμα και θα πεθάνουν έντιμα αυτήν, να οδηγήσει την Ιταλία στην αναζωογόνηση και στην αναγέννηση. Ζήτω η ελεύθερη Ιταλία! Ζήτω ο Μουσολίνι!» Με τον τρόπον αυτόν ο Giovanni Solari αντίκρυσε τον θάνατο με αξιοπρέπεια. Έχω δεί την φωτογραφία του λίγο πρίν την εκτέλεσή του και δεν άντεξα στον πειρασμό να έχω την ισχυρή εντύπωση της substantive commonality των λόγων και της εικόνας του Solari με αυτές του Zenmei Hasuda[8], ο οποίος αυτοκτόνησε όπως ένας ήρωας στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


5. Tsuneari Fukuda (1912–1994): Ιάπωνας δοκιμιογράφος, μεταφραστής, δραματουργός και λόγιος της αγγλικής λογοτεχνίας. Μέλος της Ιαπωνικής Ακαδημίας Τεχνών. Διάσημος ως ο πλέον προεξέχων και σε εκτεταμένο βαθμό μεταφραστής των έργων του Σαίξπηρ και ειδικός σε άλλες μεγάλες λογοτεχνικές μορφές της αγγλικής γλώσσας. Γνωστός, επίσης, για την πιστή στάση του ως πολιτιστικά συντηρητικός κριτικός του μεταπολεμικού ειρηνισμού και πολιτιστικής παρακμής της Ιαπωνίας.


6. Kanji Nishio (b. 1935): Ιάπωνας λόγιος της γερμανικής λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος και διανοούμενος. Γνωστός για το μεγάλης εκτάσεως μεταφραστικό του έργο στον Νίτσε και για το γεγονός ότι υπήρξε σημαίνων ηγέτης της συντηρητικής κοινής γνώμης και σχολιαστής. Υπήρξε πρώην ηγέτης της αμφιλεγόμενης οργανώσεως αναθεωρητικής ιστορικής ερεύνης «Tsukurukai»


7. Manyoshu: Η αρχαιοτέρα ιαπωνική συλλογή ποιημάτων Waka (Waka είναι μία μορφή παραδοσιακού ιαπωνικού στίχου συντεθειμένου από πέντα ή επτά συλλαβές.) Συνετέθησαν την περίοδο από τον 7ο αιώνα μέχρι τον 8ο αιώνα π.Χ. και περιλαμβάνει περισσότερους από 4,500 Waka στίχους, οι οποίοι εγράφησαν από ένα ευρύ φάσμα ανθρώπων, από Αυτοκράτορες και ευγενείς μέχρι κατώτερους αξιωματούχους και στρατιώτες.


8. Zenmei Hasuda (1904–1945): Ιάπωνας κριτικός λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος για την ιαπωνική λογοτεχνία. Θεωρείται ως ο άνθρωπος που ήσκησε την ισχυροτέρα και σημαντικοτέρα επίδραση στην λογοτεχνική, συναισθηματική και φιλοσοφική μορφοποίηση του Yukio Mishima. Αυτοκτόνησε στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έχοντας τον βαθμό του υπολοχαγού του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού.



Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Yukio Mishima, Yojuro Yasuda και Φασισμός



ΜΕΡΟΣ B’

6. Η λογοτεχνία δράσεως του Mishima

Ας προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε τις ομοιότητες μεταξύ της λογοτεχνίας του Mishima και του Φασισμού υπό ένα λογοτεχνικό πρίσμα. Εάν χρησιμοποιήσουμε μία λέξη, για να περιγράψουμε την λογοτεχνία του Mishima, αυτή είναι λογοτεχνία της δράσεως. Τα ύστερα έργα του δείχνουν μία ιδιαιτέρως ισχυρή τάση δράσεως. Ακόμα και στα πρώιμα έργα του, οι πρωταγωνιστές είναι υπέρ της δράσεως. Υπό μία συνολική έννοια, η λογοτεχνία του Mishima είναι περισσότερο ακτιβιστική παρά διανοουμενίστικη. Αυτό είναι όμοιο με τον Φασισμό, ο οποίος εξίσου αποδίδει σπουδαιότητα στην δράση.
Ο Giovanni Gentile, ο Ιταλός φασίστας φιλόσοφος, υιοθέτησε μία Φιλοσοφία της Δράσεως. Σύμφωνα με τις θεωρίες του, η ανθρωπότητα επιτυγχάνει αυτό-συνειδητότητα και αυτό-πραγμάτωση πρωτίστως μέσω της δράσεως. Ένεκα τούτου ο Φασισμός αποκαλείται, επίσης, πολιτική της δράσεως.
Ο Μουσολίνι συχνά συγκρίνεται με τον Λένιν. Οι πολιτικές τους θεωρίες και η κομματική οργάνωσή τους είναι υποθετικά όμοιες, ο δε Μουσολίνι έβγαινε με μια γυναίκα, η οποία είχε εργασθεί ως γραμματέας του Λένιν και εξήγησε στον Μουσολίνι τον Μαρξισμό, μέσω του οποίου ασκήθηκε εμμέσως η επιρροή του Λένιν στον Μουσολίνι. Και ο Μουσολίνι και ο Λένιν θεωρούσαν ότι οι οργανώσεις των λίγων έπρεπε να καθοδηγούν τις μάζες. Διαφοροποιούνταν, όμως, μεταξύ τους θεμελιωδώς στην φύση αυτών των ελίτ. Για τον Λένιν, ήταν οι διανοούμενοι. Για τον Μουσολίνι, ήταν οι άνθρωποι της δράσεως.
Ο Μουσολίνι και ο Mishima μοιράζονται μία ηρωική αντίληψη του ανθρώπου. Οι πρωταγωνιστές των λογοτεχνικών έργων του Mishima είναι δραστήριοι ήρωες με ισχυρό χαρακτήρα. Αυτό αποτελεί, επίσης, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του Φασισμού. Περαιτέρω, ενώ ο Μαρξισμός και ο Φιλελευθερισμός αποδίδουν μεγάλη σπουδαιότητα στις υλικές συνθήκες και ισχυρίζονται ότι οι άνθρωποι ελέγχονται από την οικονομία και από το περιβάλλον, αυτή η θεώρηση απορρίπτεται εντελώς από τον Φασισμό, ο οποίος αποδίδει μεγάλη σημασία στην ανθρώπινη βούληση, με την οποίαν μπορούμε να ελέγξουμε το περιβάλλον μας. Τούτο, επίσης, σημαίνει ότι οι άνθρωποι αποφασίζουμε οι ίδιοι για την μοίρα μας.
Ο Mishima και ο Μουσολίνι μοιράζονται, επίσης, μία μεγάλη εκτίμηση για την παράδοση και την εξ αίματος συγγένεια. Όπως ο Μαρξισμός, ο Φασισμός αρνείται ότι ο άνθρωπος απλώς υπάρχει στο παρόν. Κουβαλάμε το παρελθόν μέσα μας, Οι άνθρωποι είναι προϊόντα της ιστορίας. Ό,τι κληρονομούμε από το παρελθόν, το μεταβιβάζουμε στο μέλλον. Αυτή είναι, επίσης, η άποψη του Mishima. Οι άνθρωποι είναι αποτέλεσμα της συσσωρεύσεως του παρελθόντος και θα συνεχίσουν στο μέλλον, έστω και ασυνείδητα. Η Παράδοση ενσωματώνεται κατά φυσικό τρόπο στην εξ αίματος συγγένεια. Για αυτόν τον λόγο οι συντηρητικοί και οι εθνικιστές νοιάζονται για την Παράδοση. Η Ιαπωνική Ρομαντική Σχολή, η ομάδα λογοτεχνών και διανοουμένων, η οποία επηρέασε άμεσα τον Mishima, επίσης ενδιαφερόταν για την αιματολογική γραμμή όπως και για την Παράδοση.
Οι έννοιες της Παραδόσεως και της καταγωγής είναι εξίσου πολύ σημαντικές για τα μεμονωμένα άτομα μίας κοινότητος. Οι παραδόσεις αποτελούν το θεμέλιο μίας κοινότητος, χωρίς την οποίαν θα ήμασταν μοναχικά και απομονωμένα όντα. Συνεπώς, συνεχίζουμε την δική μας ταυτότητα εντός της κοινότητός μας και υπό αυτήν την έννοια οι παραδόσεις και η καταγωγή συνιστούν την πηγή της ατομικής ταυτότητος. Ο Mishima είχε ξεκάθαρα το θέμα αυτό στον νού του όταν έγραφε το βιβλίο «Σε υπεράσπιση του Πολιτισμού». Οι άνθρωποι υπάρχουν και λειτουργούν σε μία κοινωνία και οφείλουμε την ταυτότητά μας στην ύπαρξη των παραδόσεων.
Στην σύγχρονη περίοδο της παγκοσμίου τυποποιήσεως, οι παραδόσεις τείνουν να απορρίπτονται ως κάτι αρνητικό. Διαφορετικά έθνη, έθιμα και παραδόσεις αντιμετωπίζονται ως εμπόδια για την παγκοσμιοποίηση και βαθμιαία εξαφανίζονται. Αυτό, όμως, οδηγεί στην καταστροφή της ατομικότητος. Οι παραδόσεις και οι πολιτισμοί είναι οι πηγές της ταυτότητός μας. Ούτως η υπεράσπιση του πολιτισμού σημαίνει εξίσου την υπεράσπιση της ανθρώπινης ατομικότητος.
Όσο δε για την σχέση της παραδόσεως και της βελτιώσεως, η «Παράδοση» έχει και καλή και κακή σημασία. Η τήρηση των παραδόσεων δεν πρέπει να σημαίνει την μηχανική προσκόλληση σε παλαιές συνήθειες, διότι τούτο δεσμεύει και αναστέλλει την ενέργεια και την δημιουργικότητα ενός έθνους. Πρέπει πάντοτε να γνωρίζουμε τις ενυπάρχουσες παραδόσεις στο συνεχές από το παρελθόν, να αγωνιζόμασθε να αναμορφώσουμε το παρόν και να δημιουργήσουμε τα θεμέλια για το μέλλον.

7. Η πηγή της δημιουργικότητος

Στις αρχές του 20ου αιώνος ο Φουτουρισμός στην Ιταλία ήταν ένα πρωτοπόρο πολιτιστικό κίνημα, το οποίο καλούσε σε καταστροφή των φιλελεύθερων κλασικών. Ο Φουτουρισμός διαπέρασε την λογοτεχνία, την ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την μαγειρική και όλα τα υπόλοιπα πεδία και έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στον σχηματισμό του Φασισμού. Πράγματι, αυτοί που συνέβαλαν στην θεμελίωση του ιταλικού Φασισμού υπήρξαν πρώην μέλη του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, πρώην στρατιωτικοί και μέλη του Φουτουριστικού πνευματικού κινήματος.
Στην Ιαπωνία ο Yojuro Yasuda είχε μία παρόμοια άποψη για την Παράδοση. Πίστευε ότι η συντήρηση έπρεπε να οδηγήσει στην αναμόρφωση, διότι εάν ενδιαφερόμασθε μόνον για την διατήρηση του παρελθόντος, οι παραδόσεις θα κολλήσουν στην πλήξη και την μονοτονία και προοδευτικά θα εξαφανισθούν.
Η ιδέα ότι η συντήρηση πρέπει να οδηγεί στην αναμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως η αντίληψη του Φασισμού για την επανάσταση. Ο Mishima αξιολογούσε την Παράδοση τόσο στην σκέψη όσο και στην δράση. Ήταν, ωστόσο, άνθρωπος της σύγχρονης εποχής και την ζούσε. Είχε επιτύχει σε μεγάλο βαθμό να απορροφήσει την κουλτούρα και την λογοτεχνία της Δύσεως και να τις ενσωματώσει στο ιαπωνικό πλαίσιο. Το έργο του Mishima «Σύγχρονα έργα θεάτρου Noh» είναι εμβληματικό αυτής της μίξεως ιαπωνικών και δυτικών παραδόσεων.
Η λογοτεχνία του Mishima συνέθετε ολόκληρη την εμπειρία του Ιαπωνικού έθνους, την οποίαν Giovanni Gentile αποκαλούσε «εθνική σύνθεση». Διά του συλλογισμού οτι τα στοιχεία της Δυτικής κουλτούρας, τα οποία η Ιαπωνία απορρόφησε από την στιγμή που άνοιξε τις πύλες της και ακολούθησε το μονοπάτι του εκσυγχρονισμού, αποτελούν εξίσου μέρος της εμπειρίας του Ιαπωνικού έθνους, ο Mishima έπραξε τα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλον, για να «εξιαπωνίσει» αυτά τα ξένα στοιχεία.
Ο Φασισμός ήταν, επίσης, αρχικά μία απόπειρα για «εθνική σύνθεση». Ο Μουσσολίνι ξεκίνησε από την Αριστερά και εγκαθίδρυσε έναν νεόν τρόπον σκέψεως βασισμένο στην σύνθεση των εμπειριών ολόκληρου του Ιταλικού έθνους. Μία τέτοια «εθνική σύνθεση» προκύπτει από την ορθή κατανόηση της Ιστορίας.