Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Ernst Juenger Περί του κινδύνου

Το κείμενο που ακολουθεί με τίτλο στα γερμανικά Über die Gefahr αποτελεί μέρος του βιβλίου Der gefährliche Augenblick. Eine Sammlung von Bildern und Berichten  (Η επικίνδυνη ματιά- Μία συλλογή εικόνων και αφηγήσεων), που εξεδόθη το 1931.

Μεταξύ των σημείων της εποχής που εισήλθαμε συγκαταλέγεται η αυξανόμενη παρείσδυση του κινδύνου στην καθημερινότητα. Δεν υπάρχει κάτι τυχαίο πίσω από αυτήν την συμπεριφορά, αλλά μία πολυσήμαντη αλλαγή στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο.
Το παρατηρούμε αυτό ιδιαιτέρως, όταν ενθυμούμεθα πόση σημασία απεδίδετο στο θέμα της ασφάλειας στην εποχή των αστών που μόλις πέρασε. Ο αστός είναι ίσως αυτός που χαρακτηρίζεται περισσότερο για το ότι τοποθετεί την ασφάλεια μεταξύ των υψηλοτέρων αξιών και διάγει τον βίο του σύμφωνα με αυτές. Οι συμφωνίες του και τα συστήματά του είναι αφιερωμένα στην περιφρούρηση του χώρου του έναντι του κινδύνου, ο οποίος περιστασιακά, όταν μόλις και μετά βίας ένα σύννεφο φαίνεται να σκοτεινιάζει τον ουρανό , έχει διατηρηθεί σε απόσταση. Ωστόσο, πάντοτε υπάρχει: αναζητά με στοιχειώδη αφοσίωση να ρίξει τους φραγμούς με τους οποίους τον έχει περικυκλώσει η τάξη.
Η ιδιαιτερότητα της σχέσεως του αστού με τον κίνδυνο έγκειται στην αντίληψή του περί αυτού ως μία μη αναλύσιμη αντίθεση στην τάξη, δηλαδή ως παράλογη. Σε αυτό διαχωρίζει τον εαυτό του από άλλες μορφές, όπως παραδείγματος χάριν τον πολεμιστή, τον καλλιτέχνη και τον εγκληματία, στους οποίους αποδίδεται μία ανώτερη ή αξιοκαταφρόνητη σχέση με το στοιχειώδες. Έτσι η μάχη στα μάτια του πολεμιστού αποτελεί μία διαδικασία που ολοκληρώνεται με μία υψηλή τάξη. Η τραγική σύγκρουση για τον συγγραφέα είναι μία συνθήκη, στην οποίαν η βαθύτερη ουσία της ζωής μπορεί να γίνει αντιληπτή ξεκάθαρα. Και ο εμπρησμός μίας πόλεως ή η καταπόνηση μέσω μίας εξεγέρσεως αποτελούν πεδίο μίας έντονης δραστηριότητας για τον εγκληματία. Με την σειρά τους οι αξίες του αστού λίγη εγκυρότητα έχουν για τον θρήσκο, διότι οι θεοί εμφανίζονται στα στοιχεία, όπως στην καιόμενη βάτο. Μέσω της κακοτυχίας και του κινδύνου ο θνητός εξυψούται στην ανώτερη σφαίρα μιάς υψηλότερης ιεραρχίας.
Η ανώτερη δύναμη διά της οποίας ο αστός βλέπει εγγυημένη την ασφάλεια είναι η λογική. Όσο πλησιέστερα ευρίσκεται στο κέντρο της λογικής, τόσο οι σκιές στις οποίες ο κίνδυνος κρύβεται διασκορπίζονται, και η ιδανική κατάσταση που αποτελεί το καθήκον της προόδου να επιτύχει, αποτελείται από τον κόσμο της κυριαρχίας της λογικής, μέσω της οποίας οι πηγές του επικίνδυνου δεν πρόκειται απλώς να ελαχιστοποιηθούν , αλλά τελικώς να στερέψουν όλες μαζί. Το επικίνδυνο αποκαλύπτεται στο φώς της λογικής να είναι παράλογο και να εγκαταλείπει την διεκδίκησή του επί της πραγματικότητας. Στον κόσμο αυτόν που όλα εξαρτώνται από την αντίληψη του επικίνδυνου ως παράλογου, εκείνη ακριβώς την στιγμή υπερπηδάται και εμφανίζεται στον καθρέπτη της λογικής ως ένα λάθος.
Αυτό μπορεί να παρουσιασθεί παντού και λεπτομερώς εντός των πνευματικών και πραγματικών συμφωνιών του αστικού κόσμου. Αποκαλύπτεται σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθεια να δεί το κράτος, που βασίζεται στην ιεραρχία, όπως η κοινωνία, με την ισότητα ως θεμελιώδη αρχή και το οποίο ιδρύθηκε με μία συμφωνία βασισμένη στην λογική. Αποκαλύπτεται στην κατανοητή εγκαθίδρυση ενός ασφαλιστικού συστήματος, μέσω του οποίου η διακινδύνευση όχι μόνον των ξένων και εγχώριων πολιτικών, αλλά και της ιδιωτικής ζωής δύναται να καταμερισθεί ομοιόμορφα και ούτως να υποταχθεί στην λογική. Αποκαλύπτεται, περαιτέρω, στις πολλές και πολύ περιπλεγμένες προσπάθειες να κατανοήσει την εξέλιξη της ψυχής ως μία σειρά αιτιών και αποτελεσμάτων και έτσι να την μετακινήσει από την απρόβλεπτη σε μία προβλέψιμη συνθήκη, να την συμπεριλάβει, επομένως, εντός μίας σφαίρας, όπου η συνείδηση κυριαρχεί.
Υπ’ αυτήν την έννοια η ασφάλιση της ζωής έναντι της μοίρας , αυτής της μεγάλης μητέρας του κινδύνου, εμφανίζεται ως το πραγματικό πρόβλημα του αστικού κόσμου, το οποίο αντιμετωπίζεται με τις πλέον αντιφατικές οικονομικές ή ανθρωπιστικές λύσεις. Όλες οι μορφοποιήσεις των ερωτήσεων στο παρόν, είτε είναι αισθητικές είτε είναι επιστημονικές ή πολιτικές στην φύση τους, κινούνται στην κατεύθυνση του ισχυρισμού ότι η σύγκρουση μπορεί να αποφευχθεί. Στην περίπτωση που προκύψει η σύγκρουση, καθώς δεν μπορεί να παραβλεφθεί, για παράδειγμα, σε σχέση με την μόνιμη τακτική του πολέμου ή της εγκληματικότητος, τότε όλα εξαρτώνται από την απόδειξη ότι αποτελεί λάθος, του οποίου η επανάληψη δύναται να αποφευχθεί μέσω της παιδείας ή του διαφωτισμού. Τα λάθη αυτά εμφανίζονται για τον μοναδικό λόγο ότι οι παράγοντες της μεγάλης αυτής εξισώσεως-το αποτέλεσμα της οποίας έχει ο πληθυσμός της υφηλίου καθώς γίνεται μία ενιαία, θεμελιωδώς καλή, όπως, επίσης, και θεμελιωδώς λογική και, επομένως, εξίσου θεμελιωδώς ασφαλής ανθρωπότητα-δεν έχουν ακόμα επιτύχει γενική αναγνώριση. Η πίστη στην πειστική δύναμη των απόψεων αυτών αποτελεί μία από τις αιτίες που ο διαφωτισμός τείνει να υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις που του δίδονται.
Μία από τις καλύτερες ενστάσεις που έχουν εγερθεί εναντίον της εκτιμήσεως αυτής είναι ότι υπό αυτές τις συνθήκες η ζωή θα ήταν ανυπόφορα βαρετή. Η ένσταση αυτή ουδέποτε υπήρξε καθαρά θεωρητικής φύσεως , αλλά την απηύθυναν στην πράξη αυτοί οι νέοι , οι οποίοι σε μία ομιχλώδη νύχτα, άφησαν το πατρικό τους σπίτι για να αναζητήσουν τον κίνδυνο στην Αμερική, στην θάλασσα ή στην Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων. Αποτελεί ένδειξη της κυριαρχίας των αστικών αξιών το γεγονός ότι ο κίνδυνος τοποθετείται σε απόσταση, «μακριά στην Τουρκία», στις χώρες που παράγεται το πιπέρι ή οπουδήποτε αρέσκεται ο αστός να ελεεινολογεί οποιονδήποτε δεν συμμορφώνεται με τα πρότυπά του.
Δεν θα είναι ποτέ δυνατόν, ωστόσο, να εξαφανισθούν εντελώς οι αξίες αυτές, όχι μόνον επειδή είναι πάντοτε παρούσες, μα πάνω απ’ όλα επειδή η ανθρώπινη καρδιά δεν χρειάζεται μόνον την ασφάλεια, αλλά και τον κίνδυνο. Και όμως η επιθυμία αυτή είναι ικανή να αποκαλύπτει τον εαυτό της στην αστική κοινωνία μόνον ως διαμαρτυρία, και πράγματι εμφανίζεται με την μορφή της ρομαντικής διαμαρτυρίας. Ο αστός έχει σχεδόν επιτύχει να πείσει την ριψοκίνδυνη καρδιά ότι ο κίνδυνος δεν είναι καθόλου παρόν. Ούτως οι μορφές που μόλις και μπορούν να ομιλούν την δική τους ανώτερη γλώσσα, είτε αυτή του ποιητού, που συγκρίνει τον εαυτό του με το άλμπατρος, τα δυνατά φτερά του οποίου δεν είναι τίποτα άλλο από αντικείμενο μίας ανιαρής περιέργειας σε ένα ξένο και απάνεμο περιβάλλον, ή αυτή του γεννημένου πολεμιστού, που εμφανίζεται να μην κάνει ποτέ τίποτα σωστά, διότι η ζωή του καταστηματάρχη τον αηδιάζει. Αναρίθμητα παραδείγματα θα μπορούσαν να δείξουν πως σε μία περίοδο μεγάλης ασφάλειας κάθε επωφελής ύπαρξη θα αναχωρήσει για τις αποστάσεις που συμβολίζονται από ξένες χώρες, μέθη ή θάνατο.
Υπ’ αυτήν την έννοια ο παγκόσμιος πόλεμος εμφανίζεται σαν η μεγάλη, κόκκινη γραμμή κάτω από την αστική περίοδο, το πνεύμα της οποίας εξήγησε-θεώρησε, δηλαδή, τον εαυτό της ικανό να ακυρώσει-τον πανηγυρισμό του εθελοντού που υπεδέχθη τον πόλεμο, αποδίδοντάς του είτε το λάθος του πατριωτισμού είτε μία ύποπτη επιθυμία για περιπέτεια. Ωστόσο, ο πανηγυρισμός αυτός υπήρξε κατά βάσιν μία επαναστατική διαμαρτυρία κατά των αξιών του αστικού κόσμου΄ ήταν μία αναγνώριση της μοίρας ως η έκφραση της ανωτάτης δυνάμεως. Στον πανηγυρισμό αυτόν ολοκληρώθηκε μία επαναξιολόγηση όλων των αξιών, την οποίαν είχαν προφητεύσει όλα τα εξυψωμένα πνεύματα: ακύρωσε την περίοδο που αναζήτησε να υποτάξει την μοίρα στην λογική, ακολούθησε μία άλλη που αντιμετώπισε την λογική ως υπηρέτρια της μοίρας. Από την στιγμή αυτήν και έπειτα ο κίνδυνος δεν αποτελούσε τον σκοπό μίας ρομαντικής αντιθέσεως΄ υπήρξε περισσότερο μία πραγματικότητα και το καθήκον του αστού ήταν για ακόμα μία φορά να αποσυρθεί από την πραγματικότητα και να αποδράσει στην ουτοπία της ασφάλειας. Από την στιγμή αυτήν και έπειτα οι λέξεις ειρήνη και τάξη έγιναν η επωδός, στην οποίαν το πιο αδύναμο φρόνημα προσέφευγε.