Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Η Μεταφυσική του Εθικομπολσεβικισμού


6. Παραδοσιασμός (Ο Έβολα από τα «αριστερά»), Μέρος Α'

Όταν ο Πόππερ «αποκαλύπτει» τους εχθρούς της «ανοικτής κοινωνίας», σταθερά χρησιμοποιεί τον όρο «ανορθολογισμός». Είναι λογικό, καθώς η «ανοικτή κοινωνία» από μόνη της βασίζεται στους κανόνες της κοινής λογικής και στα αξιώματα της «καθημερινής συνειδήσεως». Συνήθως, ακόμα και οι πλέον ανοικτά αντιφιλελεύθεροι συγγραφείς τείνουν να δικαιολογούν στο ζήτημα αυτό τους εαυτούς τους και να ενίστανται στην κατηγορία του «ανορθολογισμού». Οι εθνικομπολσεβίκοι αποδεχόμενοι με συνέπεια το σχήμα του Πόππερ, αποτιμώμενο κατά τον απολύτως αντίθετο τρόπο, δέχονται την επίκριση αυτήν.

Ορθώς, το κύριο κίνητρο των «εχθρών της ανοικτής κοινωνίας» και των πιο οργισμένων και σταθερών εχθρών της, των εθνικομπολσεβίκων, ουδόλως στηρίζεται σε ορθολογιστικές βάσεις. Σε τούτο περισσότερο βοηθούν τα έργα των παραδοσιαστών, με προεξάρχοντα αυτά των Ρενέ Γκενόν και Ιουλίου Έβολα.

Τόσο ο Γκενόν όσο και ο Έβολα ερμήνευσαν τον μηχανισμό της κυκλικής διαδικασίας, στην οποίαν ο εκφυλισμός του γήινου στοιχείου (και αντιστοίχως της ανθρώπινης συνειδήσεως), η από – ιεροποίηση του πολιτισμού και ο «σύγχρονος» ορθολογισμός με όλα τα λογικά συνεπακόλουθά του θεωρούνται ως ένα από τα τελευταία στάδια του εκφυλισμού. Το παράλογο μεταφράζεται από τους παραδοσιαστές ως μία απλώς αρνητική ή επιδεινωτική κατηγορία, αλλά ως θεόρατη σφαίρα πραγματικότητος, μη υποκείμενης σε μελέτη με μόνον αναλυτικές και κοινής λογικής μεθόδους.

Όθεν στο ερώτημα αυτό το παραδοσιαστικό δόγμα δεν προκαλεί τα πνευματώδη συμπεράσματα του φιλελεύθερου Πόππερ, αλλά συμφωνεί με αυτά, αναστρέφοντας σημεία στο ακριβώς αντίθετό τους. Η παράδοση βασίζεται σε υπερ – διανοητική γνώση, σε μυητικές τελετουργίες, οι οποίες προκαλούν ρήγματα στην ανθρώπινη συνείδηση και δόγματα, τα οποία εκφράζονται με σύμβολα. Η παρεκβατική διανόηση έχει βοηθητικό μόνον χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν έχει καμία αποφασιστική σημασία. Το κέντρο βάρους μίας Παραδόσεως βρίσκεται σε μία σφαίρα όχι μόνον μη λογικής, αλλά επιπλέον και μη ανθρώπινης, και το ερώτημα τίθεται όχι σχετικά με τις ενορατικές εικασίες , προβλέψεις και υποθέσεις, αλλά με την αξιοπιστία της εμπειρίας και του ειδικού μυητικού τύπου. Το παράλογο, αποκαλυπτόμενο από τον Πόππερ στο κέντρο των εχθρών των θεωριών της Ανοικτής Κοινωνίας, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα λιγότερο από τον άξονα του Ιερού, από την βάση της Παραδόσεως. Εάν είναι έτσι, τότε οι ποικίλες αντι-φιλελεύθερες ιδεολογίες, συμπεριλαμβανομένων των «αριστερών» επαναστατικών ιδεολογιών, πρέπει να έχουν κάποια σχέση με την Παράδοση. Εάν στην περίπτωση της «άκρας δεξιάς» και των υπερσυντηρητικών είναι προφανές, στην περίπτωση της «αριστεράς» είναι προβληματικό. Ήδη αγγίξαμε το θέμα, όταν μιλήσαμε για την έννοια του «μπολσεβικισμού». Υπάρχει, όμως, άλλο ένα σημείο: οι επαναστατικές ιδεολογίες, ειδικά ο κομμουνισμός, ο αναρχισμός και ο επαναστατικός σοσιαλισμός αξιώνουν την ριζική καταστροφή όχι μόνον των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά και των παραδοσιακών θεσμών, όπως η μοναρχία, η εκκλησία και οι θρησκευτικές οργανώσεις. Πώς μπορούμε να συνδυάσουμε αυτήν την αντιφιλελεύθερη οπτική με τον Παραδοσιασμό;

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο ίδιος ο Έβολα (και μέχρι ενός σημείου ο Γκενόν, αν και δεν μπορεί να βεβαιωθεί, καθώς η στάση του απέναντι στην αριστερά δεν ήταν ξεκάθαρα δηλωμένη, όπως στην περίπτωση του Έβολα, οποίος ανοικτά κατέτασσε τον εαυτό του στους ριζοσπάστες συντηρητικούς και στην άκρα δεξιά) ηρνείτο τον παραδοσιακό χαρακτήρα των επαναστατικών θεωριών και τις θεωρούσε ως την υπέρτατη έκφραση της παροδικότητος, του εκφυλισμού και της αποσυνθέσεως. Υπήρχαν, ωστόσο, περίοδοι στην προσωπική διαδρομή του Έβολα, στην πρωτύτερη και την ύστερη, κατά τις οποίες είχε σχεδόν μηδενιστικές, αναρχικές απόψεις σχετικά με την περιρρέουσα πραγματικότητα, προτείνοντας τίποτα άλλο από το να «ιππεύεις την τίγρη», π.χ. να συμμαχείς με τις δυνάμεις της παρακμής και του χάους , προκειμένου να ξεπερασθεί το κρίσιμο σημείο της «παρακμής της Δύσεως». Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η ιστορική εμπειρία του Έβολα ως πολιτική μορφή. Αυτό που είναι σημαντικότερο είναι ότι στα γραπτά του ακόμη και της μεσαίας, υπερσυντηρητικής περιόδου η ανάγκη για προσφυγή σε μερικές εσωτερικές παραδόσεις οξύνεται, ανάγκη που γενικώς δεν ταιριάζει στα μοναρχικά και κληρικά μοντέλα, τα οποία χαρακτηρίζουν τους συνδεόμενους με αυτόν Ευρωπαίων συντηρητικών. Το ζήτημα δεν είναι μόνον ο αντιχριστιανισμός του, αλλά το αυξανόμενο ενδιαφέρον του για την ταντρική παράδοση και για τον Βουδισμό, που στα πλαίσια του παραδοσιακού συντηρητισμού του Ινδουισμού θεωρούνται αρκετά ετερόδοξα και ανατρεπτικά. Η συμπάθεια, εξάλλου, σε πρόσωπα όπως ο Guliano Kremmerz, Maria Naglovska and Alistaire Crowley, που αναμφιβόλως κατατάσσονταν από τον Γκενόν μεταξύ των εκπροσώπων της «αντι-μυήσεως» κατά την αρνητική, καταστροφική τάση του εσωτερισμού, είναι απολύτως σκανδαλώδεις. Έτσι ο Έβολα γεγονός μιλώντας συνέχεια για την «παραδοσιαστική ορθοδοξία» και ασκώντας σκληρή κριτική στις ανατρεπτικές θεωρίες της «αριστεράς», προσφεύγει διαρκώς σε φανερή ετεροδοξία. Σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι κατέτασσε τον εαυτό του μεταξύ αυτών που ακολουθούν το «μονοπάτι της αριστεράς χειρός». Εδώ λοιπόν φτάνουμε σε ένα συγκεκριμένο σημείο που σχετίζεται με την μεταφυσική του εθνικομπολσεβικισμού.