Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών
από το ιστολόγιο geopolitics-gr.blogspot.com
Με αφορμή την κρίση που προκάλεσε η Τουρκία προσφάτως σχετικά με τις θαλάσσιες έρευνες που διεξάγει η Κυπριακή Δημοκρατία για κοιτάσματα πετρελαίου επανήλθε στην επικαιρότητα το ζήτημα της οριοθέτησης της θαλασσίων ζωνών της Κυπριακής Δημοκρατίας (χωρικά ύδατα, συνορεύουσα ζώνη, αποκλειστική οικονομική ζώνη) αλλά των μέσων επίλυσης του πολύπλοκου αυτού ζητήματος. Από πλευράς στρατηγικής, η κρίση αυτή κατέδειξε την ανάγκη ύπαρξης συμφωνιών οι οποίες να οριοθετούν ευκρινώς επί χάρτου τις θαλάσσιες ζώνες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, που είναι άμεσα συνυφασμένες με θέματα κυριαρχίας, δικαιοδοσίας και οικονομικής εκμετάλλευσης από πλευράς Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό ακριβώς το σημείο υπομιμνήσκει τον έντονο διάλογο που ξέσπασε μετά την υποβολή του Σχεδίου Ανάν 5 σχετικά το κατά πόσο οι Βρετανικές Βάσεις θα μπορούσαν να αποκτήσουν δικαιώματα που να συνδέονται με τις τρεις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου. Σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του 1960, οι Βρετανικές Βάσεις στην Κύπρο δεν είναι κράτος. Από την άλλη, η Βρετανία επιμελώς δεν τις χαρακτηρίζει ως αποικία αφού δεν καταθέτει ετήσιες εκθέσεις στον ΟΗΕ (άρθρο 73 του Καταστατικού Χάρτη) όπως κάνει με άλλες περιοχές (π.χ. Βερμούδες, Νησιά Πίτκαιρν κά) αλλά απολαμβάνουν ενός ιδιότυπου καθεστώτος που δεν συναντάται άλλο παρόμοιο στο διεθνές δίκαιο. Επιπλέον, σύμφωνα με το δεσμευτικό κείμενο που προσαρτάται στη Συνθήκη, η Βρετανία αναλαμβάνει τη δέσμευση να χρησιμοποιεί τις βάσεις μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς χωρίς το δικαίωμα να τις εκχωρήσει σε τρίτο κράτος πλην της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο Παράρτημα Α (παράγραφος 3) της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, η Κυπριακή Δημοκρατία δεσμευόταν να μην διεκδικήσει ως μέρος των δικών της χωρικών υδάτων θαλάσσιες περιοχές που εφάπτονται των Βάσεων σε πλάτος τριών ναυτικών μιλίων, για λόγους ασφαλείας των Βάσεων. Οι θαλάσσιες αυτές περιοχές μπορεί να μην ευρίσκονται εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν έχουν όμως το χαρακτήρα χωρικών υδάτων των Βάσεων. Με άλλα λόγια δεν υπήρξε μέχρι σήμερα ούτε διάταγμα των Βάσεων ούτε νόμος του Ηνωμένου Βασιλείου που να θεωρεί τις θαλάσσιες περιοχές αυτές ως χωρικά ύδατα των Βάσεων, σύμφωνα με τον ορισμό της Συνθήκης για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 και κατ’ επέκταση δεν μπορούν να διεκδικήσουν ούτε υφαλοκρηπίδα, ούτε συνορεύουσα ζώνη και, ακόμη περισσότερο, ούτε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Με το Σχέδιο Ανάν 5, κατέστη αναγκαίο να επαναοριοθετηθεί η θαλάσσια περιοχή των τριών ναυτικών μιλίων αφού η Βρετανία παρουσιάστηκε διατεθειμένη να επιστρέψει 45 από τα 99 τετραγωνικά μίλια των Βάσεων στα δύο συνιστώντα κρατίδια, μέρος των οποίων εφάπτετο της θάλασσας. Έκτοτε, επί του θέματος αυτού διεμορφώθησαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με τις προθέσεις των Βρετανών. Ήταν δηλαδή μία απλή τεχνική διαδικασία προκειμένου να προσαρμοστεί ο χάρτης στη βάση των νέων αναπροσαρμογών μετά την επιστροφή εδάφους ή ήταν μία συγκεκαλυμμένη προσπάθεια να διεκδικήσουν οι Βάσεις θαλάσσιες ζώνες μέσω της διαδικασίας επαναοριοθέτησης. Η πρώτη άποψη θεωρούσε ότι η επαναριοθέτηση θα γινόταν μόνο στην περιοχή των Βάσεων Δεκέλειας αφού ένα τμήμα της ακτογραμμής θα περνούσε μετά την επιστροφή εδάφους υπό τον έλεγχο του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κρατιδίου με αποτέλεσμα να γίνεται διακεκομμένα ο βρετανικός έλεγχος επί της ακτογραμμής. Έτσι, προκειμένου να διασφαλίσουν οι Βρετανοί ότι το ελληνοκυπριακό κρατίδιο δεν θα διεκδικούσε χωρικά ύδατα σε αυτό το τμήμα που θα περνούσε υπό τον έλεγχό του επεδίωξαν μία τεχνική ρύθμιση ούτως ώστε να παρέμενε σε ισχύ το σημερινό καθεστώς για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη διακίνηση των πολεμικών τους σκαφών σε αυτή τη ζώνη. Η δεύτερη άποψη θεωρούσε ότι επειδή το Σχέδιο Ανάν 5 διαλαμβάνει ότι η επαναριοθέτηση θα γινόταν μόνο από ένα ειδικό που θα διόριζε η Βρετανική κυβέρνηση σε αντίθεση με το Σχέδιο Ανάν 4 όπου η επαναριοθέτηση θα γινόταν από κοινού με ειδικό που θα διοριζόταν από το νέο κράτος θα μπορούσαν μελλοντικά οι Βάσεις να ισχυριστούν ότι είναι παράκτιο κράτος και κατ’ επέκταση να διεκδικήσουν θαλάσσιες ζώνες και δικαιώματα. Την άποψη αυτή ενίσχυε το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή έγινε κατόπιν απαίτησης της Βρετανίας και όταν η ελληνική πλευρά υπέβαλε αίτημα διασαφήνισης γι’ αυτό το θέμα, ότι δηλαδή οι Βάσεις δεν θα μετετρέποντο σε παράκτιο κράτος σύμφωνα με το συνθήκη των θαλασσών, οι Βρετανοί το απέρριψαν σιωπηλώς. Συμπερασματικά, ανεξαρτήτως των προθέσεων της Βρετανίας, η προτίμησή της για ασάφεια επί του θέματος αυτού προκαλεί πολλά ερωτηματικά. Γι’ αυτό και πρόσφατη εμπειρία με την Τουρκία καθιστά περισσότερο από αναγκαίο στην όποια λύση να γίνει ξεκάθαρο το θέμα των θαλασσίων ζωνών γιατί η ασάφεια αποτελεί προδιαγεγραμμένη συνταγή για μελλοντικά προβλήματα.