Κυριακή 1 Αυγούστου 2021

Χάιντεγγερ εναντίον Παραδοσιοκρατών




Συγγραφέας: Colin Cleary 

Πηγή: Counter-Currents

Μετάφραση: Λόενγκριν

1. Eισαγωγή

Οι ανήκοντες στη Νέα Δεξιά συνδέονται εν μέρει μέσω κοινών πνευματικών ενδιαφερόντων. Στον κατάλογό μου αυτών των ενδιαφερόντων θα κατέτασσα σε υψηλή θέση τα έργα του Μάρτιν Χάιντεγγερ  και εκείνα της Παραδοσιοκρατικής [1] [2] σχολής , ειδικά του Ρενέ Γκενόν και του Ιουλίου Έβολα. Η δική μου δουλειά επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό τόσο από τον Χάιντεγγερ όσο και από την Παραδοσιοκρατία. Πράγματι, το πρώτο μου δημοσιευμένο δοκίμιο («Γνωρίζοντας τους Θεούς [3]») ήταν έντονα χαϊντεγγεριανό, και εμφανίστηκε στο εμβληματικό τεύχος του Tyr [4], ενός περιοδικού που περιγράφει τον εαυτό του ως «ριζοσπαστικό παραδοσιοκρατικό», του οποίου ήμουν συνιδρυτής. Αυτό είναι ένα μόνον παράδειγμα. Πολλά από τα δοκίμια μου έχουν επηρεαστεί και από τις δύο σχολές σκέψης.

Στην στην εργασία μου, έκανα την υπόθεση ότι η φιλοσοφία του Χάιντεγγερ και η  Παραδοσιοκρατία είναι συμβατές. Την υπόθεση αυτήν συμμερίζονται πολλοί άλλοι στην Δεξιά σε τέτοιο σημείο, ώστε μερικές φορές πιστεύουν σιωπηρώς, ότι ο Χάιντεγγερ ήταν κάποιο είδος Παραδοσιακράτου ή ότι ο Χάιντεγγερ και οι Παραδοσιοκράτες είχαν κοινές αξίες και, ίσως, ένα κοινό έργο. Αυτές οι υποθέσεις δεν έχουν ποτέ αμφισβητηθεί πραγματικά και είναι καιρός να το κάνουμε. Το παρόν δοκίμιο θέτει υπό αμφισβήτηση τη σχέση Χάιντεγγερ  - Παραδοσιοκρατίας .

Κάτι τέτοιο θα μας επιτρέψει να πετύχουμε τρία πράγματα, τουλάχιστον:

 (α) Να κατανοήσουμε καλύτερα τον Χάιντεγγερ.  Αυτό είναι ζωτικής σημασίας, διότι  η δική μου μελέτη του Χάιντεγκερ (η οποία διαρκεί πάνω από τριάντα χρόνια) με έπεισε ότι δεν είναι μόνον ο βασικός φιλόσοφος για τη Νέα Δεξιά, αλλά είναι ο μόνος μεγάλος φιλόσοφος των τελευταίων εκατό ετών  - και αρκετά πιθανόν ο μεγαλύτερος φιλόσοφος που έζησε ποτέ. Δεν κάνω ελαφρώς τέτοιου είδους ισχυρισμούς και πιστεύω ότι μόλις πρόσφατα έφτασα να εκτιμήσω πραγματικά πόσο χρειαζόμαστε τον Χάιντεγγερ. Ωστόσο, η ανάγνωση του Χάιντεγγερ είναι εξαιρετικά δύσκολη. Το παρόν δοκίμιο θα βοηθήσει στην αποσαφήνιση της σκέψεώς του θέτοντάς την σε διάλογο με τους Παραδοσιοκράτες, των οποίων τα γραπτά είναι πολύ πιο προσιτά και πολύ πιο οικεία στους αναγνώστες μου. (β)Να κατανοήσουμε καλύτερα την  Παραδοσιοκρατία. Θα διαπιστώσουμε ότι με σημαντικούς τρόπους η σκέψη του Χάιντεγγερ δεν είναι συμβατή με την Παραδοσιοκρατία. Ο λόγος γι 'αυτό είναι, ότι από την χαϊντεγγεριανή θεώρηση η Παραδοσιοκρατία είναι θεμελιωδώς ελαττωματική:  επενδύεται διεξοδικά (και αφελώς) στην δυτική μεταφυσική παράδοση η οποία, σύμφωνα με τον Χάιντεγγερ, θέτει τις βάσεις για την νεωτερικότητα. Με άλλα λόγια, επειδή η Παραδοσιοκρατία  δέχεται άκριτα την εγκυρότητα των δυτικών μεταφυσικών κατηγοριών, επενδύει  σε μερικές από τις θεμελιώδεις παραδοχές της νεωτερικότητας. Τελικώς, η Παραδοσιοκρατία πρέπει να κριθεί ως ένα εντελώς σύγχρονο κίνημα, μια απόφυση της ίδιας της εποχής, την οποίαν οι ίδιοι οι Παραδοσιοκράτες διασύρουν. Και πάλι όλα αυτά καθίστανται ξεκάθαρα,  μόνον εάν αντιμετωπίσουμε την Παραδοσιοκρατία και την δυτική πνευματική ιστορία, από μια χαϊντεγγεριανή θεώρηση. Θα υποστηρίξω ότι αυτή η θεώρηση είναι σωστή. Έτσι, μέρος του σκοπού αυτού του δοκίμιου είναι να πείσει όσους βρίσκονται στη Δεξιά ότι πρέπει να ακολουθήσουν μια πιο κριτική προσέγγιση στην Παραδοσιοκρατία.

γ) Να καταλήξουμε σε μια νέα φιλοσοφική προσέγγιση. Αν και θα υποστηρίξω ότι ο Χάιντεγγερ και η Παραδοσιοκρατία  δεν είναι συμβατοί, μπορεί ωστόσο να γίνει δεκτό ότι ο Χάιντεγγερ είναι ένα είδος Παραδοσιοκράτου, και ότι, για τον Χάιντεγγερ όντως υπάρχει κάτι σαν «αρχέγονη παράδοση» (αν και είναι σαφώς διαφορετική από τις αντιλήψεις των Γκενόν και Έβολα). Εν ολίγοις, μέσω μιας δεσμεύσεως με την σκέψη του Χάιντεγγερ και του τρόπου με τον οποίο θα ανταποκρινόταν στην Παραδοσιοκρατία, μπορούμε να φτάσουμε σε μια επαρκέστερη παραδοσιοκρατική προοπτική - μια που μοιράζεται πολλές από τις αξίες και τις πεποιθήσεις του Γκενόν και του Έβολα, ενώ τις τοποθετεί σε μία περισσότερο βεβαία φιλοσοφική βάση. Έπειτα, θα καταδείξω, επίσης, ότι υπάρχουν όρια στην προσέγγιση του Χάιντεγγερ και ότι έχει ορισμένα ελαττώματα . Εδώ επιτυγχάνουμε μια τέλεια συμμετρία, γιατί σε γενικές γραμμές αυτά τα ελαττώματα είναι αντιληπτά από μια παραδοσιοκρατική προοπτική. Αυτό που θα πρέπει να πω σχετικά με αυτό το τελευταίο θέμα θα έχει, επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον για όσους επηρεάζονται από το Ásatrú ή το γερμανικό παγανιστικό αναβιωτικό κίνημα.

Στο τέλος, δεν θα φτάσουμε απλά σε μια συγχώνευση του Χάιντεγγερ και της  Παραδοσιοκρατίας, αφού και οι δύο μεταμορφώνονται μέσω του διαλόγου στον οποίο τους υπέβαλα. Θα φτάσουμε αντ 'αυτού σε μια νέα φιλοσοφική προοπτική, μια νέα αρχή και ένα νέο «πρόγραμμα» για την δυτική φιλοσοφία, το οποίο έχει απορρίψει την δυτική μεταφυσική και επιδιώκει να προετοιμάσει τον δρόμο για κάτι που πρόκειται να έρθει, κάτι πέρα ​​από το νεωτερικό και το μετα-νεωτερικό.  Αυτό το νέο ξεκίνημα είναι εφικτό, επειδή οι βάσεις τέθηκαν από τους Χάιντεγγερ, Γκενόν και Έβολα (για να αναφέρουμε μόνο τρεις).

Το έργο που περιγράφεται παραπάνω είναι αρκετά φιλόδοξο και δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί σε ένα μόνο δοκίμιο. Έτσι, το παρόν κείμενο είναι το πρώτο από  μια σειρά δοκιμίων. (Το περίγραμμα της σειράς παρουσιάζεται ως Παράρτημα, στο τέλος αυτού του δοκιμίου) Εδώ, θα περιοριστώ σε μια βασική έρευνα για τον Χάιντεγγερ σε σχέση με την Παραδοσιοκρατία, την γνώση του επί των  Παραδοσιοκρατικών γραπτών και τις πιθανές επικρίσεις του εναντίον αυτής της σχολής σκέψεως.

2. Η αντι-νεωτερικότητα στον Χάιντεγγερ και τους Παραδοσιοκράτες

Ο πρωταρχικός λόγος που ο Χάιντεγγερ συνδέεται με τον Γκενόν και τον Έβολα είναι ότι και οι τρεις ήταν κριτικοί της νεωτερικότητας. Ο Χάιντεγγερ και οι Παραδοσιοκράτες υποστηρίζουν ότι η νεωτερικότητα είναι μια περίοδος παρακμής, ότι απομακρύνεται από μια «αρχέγονη» [2] [5] θέση που ήταν ποιοτικά διαφορετική και απίστευτα ανώτερη. Επιπλέον, οι όροι με τους οποίους αυτοί οι συγγραφείς επικρίνουν τη νεωτερικότητα είναι συχνά εξαιρετικά παρόμοιοι.

Διαβάστε αυτές τις γραμμές από την «Εισαγωγή στη Μεταφυσική» του Χάιντεγκερ, άξιες μνείας, καθώς θα μπορούσαν να είχαν βγει κατευθείαν από το «Η Βασιλείς της Ποσότητος και τα Σημεία των Καιρών» του Γκενόν:

«Όταν η πιο απομακρυσμένη γωνία του πλανήτη έχει κατακτηθεί τεχνολογικά και μπορεί να αξιοποιηθεί οικονομικά· όταν οποιοδήποτε περιστατικό σας αρέσει, οποιαδήποτε στιγμή θέλετε, γίνεται προσβάσιμο όσο πιο γρήγορα θέλετε· όταν μπορείτε ταυτόχρονα να «βιώσετε» μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον ενός βασιλέως στην Γαλλία και μια συναυλία συμφωνικής στο Τόκιο· όταν ο Χρόνος δεν είναι παρά ταχύτητα, στιγμιαία και ταυτόχρονη, και ο Χρόνος ως Ιστορία έχει εξαφανισθεί από το Εδωνά Είναι όλων των λαών· όταν ένας πυγμάχος λογίζεται ως ο μεγάλος άνδρας ενός λαού· όταν οι μετρήσεις εκατομμυρίων σε μαζικές συναντήσεις είναι θρίαμβος· τότε, ναι λοιπόν, υπάρχει ακόμα πλανάται σαν  φάντασμα πάνω από αυτήν την αναστάτωση το ερώτημα: για ποιόν λόγο; - πρόα τα πού;- και τότε, τί; Η πνευματική παρακμή της γης έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε οι άνθρωποι κινδυνεύουν να χάσουν την τελευταία πνευματική τους δύναμη, αυτήν που καθιστά δυνατόν  ακόμη και να δούμε την παρακμή [που εννοείται σε σχέση με το πεπρωμένο του «Είναι»] και να την αξιολογήσει ως τέτοια. Αυτή η απλή παρατήρηση δεν έχει καμία σχέση με τον πολιτισμικό πεσσιμισμό  - ούτε φυσικά με καμία αισιοδοξία· διότι το σκοτείνιασμα του κόσμου, η φυγή των θεών, η καταστροφή της γης, η υποβάθμιση των ανθρώπων σε μάζα, το μίσος και η δυσπιστία για κάθετι δημιουργικό και ελεύθερο έχει ήδη φθάσει σε τέτοιες αναλογίες σε ολόκληρη την γη, που τέτοιες παιδιάστικες κατηγορίες, όπως απαισιοδοξία και αισιοδοξία έχουν από καιρό καταστεί γελοίες.» [3] [6]

Σε ένα μεταγενέστερο κείμενο, ο Χάιντεγγερ επαναλαμβάνει με έμφαση πολλά από αυτά: «Είπαμε: στη γη, παντού, συμβαίνει ένα σκοτείνιασμα του κόσμου. Τα βασικά γεγονότα σε αυτό το σκοτείνιασμα είναι: η φυγή των θεών, η καταστροφή της γης, η υποβάθμιση των ανθρωπίνων  όντων σε μια μάζα, η υπεροχή της μετριότητος. » [4] [7] Αναλογιστείτε, επίσης , αυτό το απόσπασμα:

«Όλα τα πράγματα βυθίστηκαν στο ίδιο επίπεδο, σε μια επιφάνεια που μοιάζει με έναν τυφλό καθρέφτη που δεν αντανακλά πλέον, που δεν στέλνει τίποτα πίσω. Η επικρατούσα διάσταση έγινε αυτή της επεκτάσεως  και του αριθμού. Το να είσαι ικανός - αυτό δεν σημαίνει πλέον να ξοδεύεις και να δίνεις απλόχερα, χάρη στην υπεραφθονία και την κυριαρχία των πηγών ενέργειας. Αντ 'αυτού, σημαίνει μόνο την άσκηση μιας ρουτίνας στην οποία ο καθένας μπορεί να εκπαιδευθεί, σε συνδυασμό πάντα με μια συγκεκριμένη ποσότητα ιδρώτα και επιδείξεως. Στην Αμερική και την Ρωσία, λοιπόν, όλα αυτά εντατικοποιήθηκαν έως ότου μετατράπηκαν σε αμέτρητες συνέχειες και ούτω καθεξής του αιωνίως ιδίου και αδιάφορου , ώσπου αυτή η ποσοτική ιδιοσυγκρασία η ίδια μία ποιότητα. Μέχρι τώρα σε αυτές τις χώρες, η κυριαρχία μιας διατομής της αδιαφορίας δεν είναι πλέον κάτι επουσιώδες και απλώς άγονο, αλλά είναι η επίθεση αυτού που καταστρέφει βιαίως κάθε βαθμό ιεραρχίας και ό, τι είναι παγκόσμιο-πνευματικό, και τα απεικονίζει ως ψέμα. Αυτή είναι η επίθεση αυτού που αποκαλούμε δαιμονικό [υπό την έννοια του καταστρεπτικού κακού].» [5] [8]

Τέλος, ας εξετάσουμε ένα απόσπασμα από ένα μεταγενέστερο κείμενο, το «Τι ονομάζεται Σκέψη;» (1953):

Η Αφρικανική Σαχάρα είναι μόνον ένα είδος ερήμου. Η καταστροφή της γης μπορεί εύκολα να συμβαδίζει με ένα εγγυημένο ανώτατο βιοτικό επίπεδο για τον άνθρωπο, και εξίσου εύκολα με την οργανωμένη εγκαθίδρυση μιας ενιαίας καταστάσεως ευτυχίας για όλους τους ανθρώπους. Η καταστροφή μπορεί να είναι η ίδια και με τα δύο, και μπορεί να μας στοιχειώνει παντού με τον πλέον απόκοσμο  τρόπο - διατηρώντας τον εαυτό της κρυμμένο. Καταστροφή δεν σημαίνει απλώς μια αργή βύθιση στην άμμο. Η καταστροφή είναι η υψηλής ταχύτητας εκδίωξη  της Μνημοσύνης. Η φράση «η έρημος μεγαλώνει» προέρχεται από ένα άλλο βασίλειο, διαφορετικό  από τις σύγχρονες τρέχουσες αξιολογήσεις της εποχής μας. Ο Νίτσε είπε, «η έρημος μεγαλώνει» πριν από περίπου τρία τέταρτα του αιώνα. Και προσέθεσε, «Αλίμονο σε αυτόν που κρύβει ερήμους μέσα του». [6] [9]

Αυτά τα αποσπάσματα δίνουν μια αρκετά καλή σύνοψη των βασικών στοιχείων της κριτικής του Χάιντεγκερ για τη νεωτερικότητα, η οποία αναπτύσσεται με πολύ μεγαλύτερη λεπτομέρεια σε ολόκληρο το έργο του. (Αναμφισβήτητα, η αντιπαράθεση του Χάιντεγκερ με τη νεωτερικότητα είναι το κεντρικό χαρακτηριστικό ολόκληρης της φιλοσοφίας του). Μπορούμε να σημειώσουμε εδώ, κυρίως, τέσσερα σημαντικά σημεία. [7] [10] Θα τα παραθέσω παρακάτω, μαζί με αποσπάσματα από την "Βασιλεία της Ποσότητος" του Γκενόν, για λόγους σύγκρισης:

(α) Η υπεροχή του «ποσοτικού» στη νεωτερικότητα· ο θρίαμβος του ποσοτικού έναντι του ποιοτικού:

Γκενόν: «Η φθίνουσα κίνηση της εκδηλώσεως και κατά συνέπεια του κύκλου του οποίου αποτελεί έκφραση, λαμβάνει χώρα μακριά από τον θετικό ή ουσιαστικό πόλο της υπάρξεως προς τον αρνητικό ή ουσιαστικό πόλο της, και το αποτέλεσμα είναι, ότι όλα τα πράγματα πρέπει προοδευτικά να αποκτήσουν μια όλο και λιγότερο ποιοτική και όλο και περισσότερο ποσοτική όψη· και γι' αυτό η τελευταία περίοδος του κύκλου πρέπει να παρουσιάζει μια πολύ ιδιαίτερη τάση προς την εγκαθίδρυση μιας "βασιλείας της ποσότητας". »[8] [11]

(β) Η ακύρωση της απόστασης στη σύγχρονη περίοδο· η αυξανόμενη «ταχύτητα» της νεωτερικότητος:

Γκενόν: «[Τα γεγονότα] εκτυλίσσονται στις μέρες μας με μια ταχύτητα που δεν είχε προηγούμενο στις προηγούμενες εποχές, και αυτή η ταχύτητα συνεχίζει να αυξάνεται και θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι το τέλος του κύκλου· υπάρχει έτσι κάτι σαν μια προοδευτική «συρρίκνωση» της διάρκειας, το όριο της οποίας αντιστοιχεί στο «σημείο στάσεως» που αναφέρθηκε προηγουμένως· θα χρειασθεί να επανέλθουμε αργότερα σε μια ειδική εξέταση αυτών των θεμάτων και να τα εξηγήσουμε πληρέστερα". [9] [12]. Και:

« Η αύξηση της ταχύτητας των γεγονότων, καθώς πλησιάζει το τέλος του κύκλου, μπορεί να συγκριθεί με την επιτάχυνση που λαμβάνει χώρα κατά την πτώση βαρέων σωμάτων: η πορεία της εξελίξεως της σημερινής ανθρωπότητας μοιάζει πολύ με την κίνηση ενός κινητού σώματος, το οποίο τρέχει προς τα κάτω σε μια πλαγιά και επιταχύνει όσο πλησιάζει στον πυθμένα...". [10] [13]

(γ) Η ισοπεδωτική επίδραση της νεωτερικότητος· η καταστροφή μιας ιεραρχικής τάξεως:

Γκενόν: «Είναι εξίσου προφανές ότι οι διαφορές των ικανοτήτων δεν μπορούν παρ' όλα αυτά να κατασταλούν εντελώς, έτσι ώστε μια ομοιόμορφη εκπαίδευση να μην δίνει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα για όλους· αλλά είναι εξίσου αληθές ότι, αν και δεν μπορεί να προσδώσει σε κανέναν ιδιότητες που δεν κατέχει, αντιθέτως είναι πολύ καλά προσαρμοσμένη στο να καταστέλλει σε όλους όλες τις δυνατότητες πάνω από το κοινό επίπεδο· έτσι η «ισοπέδωση» λειτουργεί πάντα προς τα κάτω: πράγματι, δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει με άλλον τρόπον, ούσα η ίδια μια μόνον έκφραση της τάσεως προς το κατώτερο, δηλαδή προς την καθαρή ποσότητα ..." . [11] [14]

(δ) Η υπό της νεωτερικότητος αναγωγή των πάντων στην ομοιομορφία:

Γκενόν: «Μια απλή ματιά στα πράγματα όπως είναι αρκεί, για να γίνει σαφές, ότι ο στόχος είναι παντού η αναγωγή των πάντων σε ομοιομορφία, είτε πρόκειται για τους ίδιους τους ανθρώπους είτε για τα πράγματα ανάμεσα στα οποία ζουν, και είναι προφανές, ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την κατά το δυνατόν καταστολή κάθε ποιοτικής διακρίσεως.» [12] [15]

Σε μεταγενέστερα έργα του, ο Χάιντεγγερ συνδέει ρητώς την βούληση της νεωτερικότητος για ομοιομορφία με τη «μηχανοποίηση» των ανθρώπων. Το πνεύμα της τεχνολογίας γίνεται τόσο ολοκληρωτικό, ώστε τελικώς τα ίδια τα ανθρώπινα όντα «επιτάσσονται» (για να χρησιμοποιήσουμε μια χαϊντεγγεριανή έκφραση) και ενσωματώνονται ως δευτερεύοντες μηχανισμοί μέσα στην τεράστια μηχανή της νεωτερικότητος. Στο πλαίσιο αυτό, λάβετε υπ’ όψιν αυτό το απόσπασμα από τον Γκενόν, το οποίο αξίζει να παραθέσουμε εκτενώς:

«Υπηρέτης της μηχανής, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει και ο ίδιος μηχανή, και από εκεί και πέρα η εργασία του δεν έχει τίποτα πραγματικά ανθρώπινο, γιατί δεν συνεπάγεται πλέον την χρήση οποιασδήποτε από τις ιδιότητες που συνιστούν πραγματικά την ανθρώπινη φύση. Η κατάληξη όλων αυτών είναι αυτό που ονομάζεται στην σημερινή ορολογία «μαζική παραγωγή», σκοπός της οποίας είναι μόνον η παραγωγή της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας αντικειμένων, και μάλιστα όσο το δυνατόν όμοιων μεταξύ τους , τα οποία προορίζονται για χρήση από ανθρώπους, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι εξίσου όμοιοι· αυτός είναι πράγματι ο θρίαμβος της ποσότητος, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, και είναι με την ίδια λογική ο θρίαμβος της ομοιομορφίας. Αυτοί οι άνθρωποι που περιορίζονται σε απλές αριθμητικές «μονάδες» αναμένεται να ζουν σε κτίσματα, τα οποία μετά βίας  να χαρακτηριστούν ως σπίτια, γιατί αυτό θα αποτελούσε κατάχρηση της λέξεως, αλλά σε «κυψέλες»,  των οποίων τα διαμερίσματα θα είναι όλα σχεδιασμένα σύμφωνα με το ίδιο πρότυπο και θα είναι εξοπλισμένα με αντικείμενα που κατασκευάζονται με «μαζική παραγωγή», κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να εξαφανίζεται από το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι άνθρωποι κάθε ποιοτική διαφορά. [13] [16]»

Ένα τελευταίο απόσπασμα από τον Γκενόν: «Ο άνθρωπος "μηχανοποίησε" τα πάντα και κατέληξε τελικώς να μηχανοποιήσει τον εαυτό του, πέφτοντας σιγά-σιγά στην κατάσταση των αριθμητικών μονάδων, παρωδώντας την ενότητα, χαμένος, ωστόσο, στην ομοιομορφία και την ομογενοποίηση των "μαζών", δηλαδή στην καθαρή πολλαπλότητα και σε τίποτε άλλο. Σίγουρα αυτός είναι ο πιο πλήρης θρίαμβος της ποσότητος επί της ποιότητος που μπορεί να φαντασθεί κανείς». [14] [17]

Θα ήταν άσκοπο να συγκεντρώσω περαιτέρω τέτοια αποσπάσματα από τον Γκενόν, δεδομένου ότι το έργο του είναι γεμάτο από αυτά  και ότι πολλοί από τους αναγνώστες μου είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το έργο του Γκενόν παρά με το έργο του Χάιντεγγερ. Θα ήταν εξίσου άσκοπο να παραθέσω τις πολλές σχεδόν πανομοιότυπες παρατηρήσεις του Έβολα (ο οποίος είναι πιθανώς πολύ πιο οικείος στους αναγνώστες μου ακόμη και από τον Γκενόν). Ένα σημαντικό μέρος του έργου του Εβόλα ασχολείται με την επεξεργασία και την επέκταση της κριτικής του Γκενόν για τη νεωτερικότητα, στην οποία ο Εβόλα αφιέρωσε ολόκληρους τόμους (π.χ. Εξέγερση ενάντια στον σύγχρονο κόσμο, Ίππευε την τίγρη, Άνθρωποι ανάμεσα στα ερείπια κ.λπ.) Ωστόσο, οι θέσεις τους αποκλίνουν, όταν ο Εβόλα υποστηρίζει, ότι ο ανώτερος άνθρωπος πρέπει να απαντήσει στη νεωτερικότητα "ιππεύοντας την τίγρη" (δηλ. χρησιμοποιώντας ορισμένα αρνητικά στοιχεία του σύγχρονου κόσμου, τα οποία θα μπορούσαν να καταστρέψουν τους κατώτερους ανθρώπους, για τον θετικό σκοπό της αυτοπραγματώσεως).

3. Τα αποσπάσματα του Έβολα στην Nachlass (Κληρονομία) του Χάιντεγγερ

Τα προαναφερθέντα ελπίζω να έδειξαν στον αναγνώστη, ότι ο Χάιντεγγερ και ο Γκενόν είχαν εντυπωσιακά παρόμοιες απόψεις για τη νεωτερικότητα. Αν και ο Χάιντεγγερ γνώριζε άτομα που σέβονταν τον Γκενόν (π.χ. τον Καρλ Σμιτ και τον Ερνστ Γιούνγκερ), δεν έχει προκύψει καμία απόδειξη, ότι ο Χάιντεγγερ διάβασε πραγματικά το έργο του Γκενόν. Πολύ προσφάτως, όμως, προέκυψαν ενδείξεις ότι ο Χάιντεγγερ διάβασε Έβολα. Ωστόσο, δίχως να υποστηρίζουμε την άποψη, ότι ο Χάιντεγγερ επηρεάστηκε από τον Έβολα ή ότι τον συμπαθούσε, η εξέταση αυτών των στοιχείων θα δείξει ακριβώς, σε ποιό σημείο ο Χάιντεγγερ διαχωρίζει την θέση του από την  Παραδοσιοκρατία. [15] [20]

Στην Nachlass του Χάιντεγγερ (τα έγγραφα που άφησε πίσω του μετά το θάνατό του) βρέθηκε ένα χειρόγραφο σημείωμα, στο οποίο ο φιλόσοφος παραθέτει ένα απόσπασμα από την γερμανική μετάφραση του Friedrich Bauer του 1935 του Εξέγερση εναντίον του Σύγχρονου Κόσμου (Erhebung wider die moderne Welt). Ακολουθεί το απόσπασμα, όπως το αντέγραψε ο Χάιντεγγερ:

« Wenn eine Rasse die Berührung mit dem, was allein Beständigkeit hat und geben kann — mit der Welt des Seyns — verloren hat, dann sinken die von ihr gebildeten kollektiven Organismen, welches immer ihre Größe und Macht sei, schicksalhaft in die Welt der Zufälligkeit herab.»

Και μία μετάφρασή του:                             

«Όταν μια φυλή έχει χάσει  επαφή με αυτό , το οποίο είναι το μοναδικό που μπορεί να της προσδώσει σταθερότητα- με τον κόσμο του Είναι [Seyns], τότε οι υπό αυτού σχηματισμένοι συλλογικοί οργανισμοί, όποιο κι αν είναι το μεγαλείο και η δύναμή τους, προορίζονται να βυθισθούν στον κόσμο του τυχαίου.»

Ακολουθεί το ολόκληρη η παράγραφος από το κείμενο του Bauer, για να συγκρίνετε:     

«Wenn eine Rasse die Berührung mit dem, was allein Beständigkeit hat und geben kann — mit der Welt des “Seins” — verloren hat, dann sinken die von ihr gebildeten kollektiven Organismen, welches immer ihre Größe und Macht sei, schicksalhaft in die Welt der Zufälligkeit herab: werden Beute des Irrationalen, des Veränderlichen, des “Geschichtichen,” dessen, was von unten und von außen her bedingt ist. [16] [21]» (Όταν μια φυλή έχει χάσει επαφή με αυτό , το οποίο είναι το μοναδικό που μπορεί να της προσδώσει σταθερότητα- με τον κόσμο του Είναι [Seyns], τότε οι υπό αυτού σχηματισμένοι συλλογικοί οργανισμοί, όποιο κι αν είναι το μεγαλείο και η δύναμή τους, προορίζονται να βυθισθούν στον κόσμο του τυχαίου: θα γίνουν θύματα του παραλόγου, του μεταβλητού, του «ιστορικού» αυτού που εξαρτάται από κάτω και από έξω.)

Παρατηρούμε αμέσως δύο πράγματα, όταν συγκρίνουμε την χειρόγραφη έκδοση του Χάιντεγγερ με το πρωτότυπο. Πρώτον, ο Χάιντεγγερ έχει αποδώσει το Sein ως Seyn. [17] [22] Δεύτερον, ο Χάιντεγγερ  αντικαθιστά την άνω και κάτω τελεία με τελεία και παραλείπει εντελώς το τελευταίο μέρος της πρoτάσεως. Το κομμάτι  μετά την άνω και κάτω τελεία μπορεί να μεταφραστεί ως εξής: «να γίνουν θύματα του παραλόγου, του μεταβλητού, του «ιστορικού» αυτού που εξαρτάται από κάτω και από έξω». Γιατί ο Χάιντεγγερ έκανε αυτές τις αλλαγές; Η πλήρης απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα μας επιτρέψει να δούμε, ότι ο Χάιντεγγερ στην πραγματικότητα απορρίπτει την Παραδοσιοκρατία του Έβολα με τους πιο θεμελιώδεις όρους.

Πρώτα απ' όλα, είναι πιθανό αυτό το αχρονολόγητο σημείωμα να προέρχεται από την δεκαετία του 1930. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Χάιντεγγερ άρχισε να χρησιμοποιεί το Seyn, μια αρχαϊκή γερμανική ορθογραφία του Sein (Είναι). [18] [23] Αλλά γιατί; Τι σήμαινε αυτό; Δεν επρόκειτο απλώς για εκκεντρικότητα εκ μέρους του Χάιντεγγερ. Με τον όρο Seyn, ο Χάιντεγγερ εννοούσε κάτι διαφορετικό από το Sein, το οποίο αναφέρεται στο Είναι που έχουν τα όντα ("Το Είναι ως τέτοιο"). Το Seyn, αντιθέτως, αναφέρεται σε αυτό που ο Χάιντεγγερ αποκαλεί αλλού "το ξέφωτο" (die Lichtung). Αυτή η μεταφορική έκφραση αναφέρεται σε ένα ξέφωτο μέσα σε δάσος, το οποίο επιτρέπει στο φως να εισέλθει, και να φωτίσει ό,τι βρίσκεται μέσα στο ξέφωτο. Ο Thomas Sheehan περιγράφει το ξέφωτο του Χάιντεγγερ ως «τον πάντοτε ήδη ανοιχτό "χώρο"» που καθιστά το Είναι των πραγμάτων (φαινομενολογικά: την νοητότητα των πραγμάτων) δυνατό και αναγκαίο» . [19] [24] Το ξέφωτο είναι αυτό που «δίνει» Είναι.

 Ο Χάιντεγγερ γράφει στο «Το Τέλος της Φιλοσοφίας και το Καθήκον της Σκέψεως" (1964):

« Το ξέφωτο του δάσους βιώνεται σε αντίθεση με το πυκνό δάσος, το οποίο στην παλαιότερη μορφή της γλώσσας μας ονομάζεται Dickung. Το ουσιαστικό "άνοιγμα" [Lichtung] ανάγεται στο ρήμα "ανοίγω" [lichten]. Το επίθετο licht  - "ανοιχτό" είναι η ίδια λέξη με το  "φως" [στμ: das Licht]. Ανοίγω κάτι σημαίνει: κάνω κάτι ελαφρύ, ελεύθερο και ανοιχτό, π.χ. κάνω το δάσος ελεύθερο από δέντρα σε ένα σημείο. Το άνοιγμα που προέρχεται ούτως  είναι το ξέφωτο. . . . Το φως μπορεί να εισρεύσει στο ξέφωτο, στο άνοιγμά του, και να αφήσει την φωτεινότητα να παίξει με το σκοτάδι σε αυτό. Αλλά το φως ποτέ δεν δημιουργεί πρώτο τo άνοιγμα . Αντίθετα, το φως προϋποθέτει το άνοιγμα. Ωστόσο, το ξέφωτο, το άνοιγμα, δεν είναι ελεύθερο μόνον για την φωτεινότητα και το σκοτάδι, αλλά και για την αντήχηση και την ηχώ, για τον ήχο και τη μείωση του ήχου. Το ξέφωτο είναι η ανοιχτή περιοχή για καθετί, το οποίο γίνεται παρόν και απόν. . . . Αυτό που η λέξη [άνοιγμα] προσδιορίζει στην σχέση, επί της οποίας στοχαζόμαστε τώρα, το ελεύθερο άνοιγμα, είναι ένα "αρχέγονο φαινόμενο" [Urphänomenon], για να χρησιμοποιήσω μια λέξη του Γκαίτε. [20] [25]»

Σκεφτείτε ένα απλό παράδειγμα. Πλησιάζω ένα άγνωστο αντικείμενο, το  οποίο βρίσκεται στο κατώφλι της πόρτας μου. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω· όσο κι αν προσπαθώ, παραμένει ένα μυστήριο. Αλλά καθώς πλησιάζω ακόμα πιο κοντά, όλα αποκαλύπτονται: Βλέπω τώρα ότι είναι ένα κουτί της Amazon. Αυτήν την στιγμή, αυτό που έχει προκύψει, είναι ότι το Είναι του αντικειμένου - τι είναι, ποια είναι η σημασία του - γίνεται παρόν σε μένα. [21] [26] Για να είναι αυτό καθόλα δυνατόν, πρέπει να φέρω εντός μου ένα συγκεκριμένο ειδικό είδος «ανοίγματος», μέσα στο οποίο το Είναι κάποιου πράγματος γίνεται γνωστό ή γίνεται παρόν. [22] [27]

Σε αντίθεση με τον τρόπο που οι εμπειριστές τείνουν να αντιλαμβάνονται τα πράγματα, στην πραγματικότητα δεν βιώνω τον εαυτό μου σαν να βάζω μια ετικέτα στο αντικείμενο ή να το εντάσσω σε μια νοητική κατηγορία. Αυτό είναι μια ανάλυση μετά το γεγονός της εμπειρίας, όχι αυτό που πραγματικά βιώνω. Αν είμαστε πιο ειλικρινείς έναντι του φαινομένου σε σχέση με τους εμπειριστές (δηλαδή, αν είμαστε καλοί φαινομενολόγοι) πρέπει να αναφέρουμε, ότι η εμπειρία είναι στην πραγματικότητα κάτι, στο οποίο το Είναι του πράγματος φαίνεται να «βγαίνει προς τα έξω» ή να εκδηλώνεται, καθώς ερευνούμε το αντικείμενο. Αλλά, και πάλι, αυτό είναι δυνατό μόνον ένεκα της «ανοιχτότητας» στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Σε αυτό το άνοιγμα, το Είναι επιδεικνύεται- «φωτίζεται» μέσα στον χώρο του μεταφορικού «ξέφωτου».

Έτσι, σύμφωνα με τον Χάιντεγγερ είναι δυνατόν να μιλήσουμε για κάτι βαθύτερο ή πιο απόλυτο από το ίδιο το Είναι (όθεν για ένα Urphänomenon): αυτό που επιτρέπει την συνάντησή μας με το Είναι των όντων κατ' αρχάς, το ανοιχτό ξέφωτο. Όταν ο Χάιντεγγερ αναφέρεται στην περίφημη «λήθη του Είναι» (Vergessenheit des Seins), στην πραγματικότητα αναφέρεται στην λησμονιά του ξέφωτου. [23] [28] Το ξέφωτο λησμονείται υπό την έννοια, ότι έχουμε ξεχάσει αυτό, χάρη στο οποίο μας δίδεται το Είναι. Όπως θα πραγματευθώ αργότερα, ο Χάιντεγγερ θεωρεί, ότι η Δυτική μεταφυσική παράδοση, ξεκινώντας από τους προσωκρατικούς, ξεχνά συστηματικά το ξέφωτο και εντοπίζει όλα τα σύγχρονα δεινά μας σε αυτήν τη λήθη. Γράφει: «Στην πραγματικότητα, η ιστορία της Δυτικής σκέψεως αρχίζει, όχι με το να σκέφτεται αυτό που είναι το πιο στοχαστικό, αλλά με το να το αφήνει να παραμείνει ξεχασμένο». [24] [29]

Αντιθέτως, όταν ο Έβολα μιλάει για «τον κόσμο του είναι»  (Welt des Seins, mondo di essere) σε αυτό το απόσπασμα και αλλού, αναφέρεται σε ένα πλατωνικό βασίλειο αέναων οντοτήτων, οι οποίες είναι τα αληθινά όντα, σε αντίθεση με τα μεταβαλλόμενα, παροδικά γήινα όντα, τα οποία συναντάμε με τις πέντε αισθήσεις. Η Παραδοσιοκρατία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτήν την πλατωνική μεταφυσική. Αναλογιστείτε, για παράδειγμα, τα λόγια του Evola από την αρχή της Εξεγέρσεως:

«Για να κατανοήσουμε τόσο το πνεύμα της Παραδόσεως όσο και της αντιθέσεώς της, του σύγχρονου πολιτισμού, είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε με την θεμελιώδη διδασκαλία των δύο φύσεων. Σύμφωνα με αυτήν την διδασκαλία υπάρχει μια φυσική τάξη πραγμάτων και μια μεταφυσική- υπάρχει μια θνητή φύση και μια αθάνατη- υπάρχει το ανώτερο βασίλειο του "Είναι" και το κατώτερο βασίλειο του "Γίγνεσθαι". Σε γενικές γραμμές, υπάρχει μια ορατή και απτή διάσταση και, πριν και πέρα από αυτήν, μια αόρατη και άϋλη διάσταση, η οποία είναι το στήριγμα, η πηγή και η αληθινή ζωή της πρώτης. [25] [30]»

Ο Χάιντεγγερ όχι μόνον απορρίπτει αυτήν την πλατωνική μεταφυσική, αλλά την θεωρεί ως το πρώτο μεγάλο στάδιο της παρακμής της Δύσεως. Η απαρχή της είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με τη «λησμονιά» του ξεκαθαρίσματος για την οποία μιλήσαμε πριν από λίγο. Όλες οι πτυχές της νεωτερικότητας, τις οποίες ο Χάιντεγγερ, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αποδοκίμασε, είναι τελικώς ανιχνεύσιμες, πιστεύει, στην πλατωνική μεταφυσική. Έτσι, ο Χάιντεγγερ απορρίπτει πλήρως την ιδέα ότι μια «φυλή» παρακμάζει όταν έχει «χάσει την επαφή» με το Είναι, με την πλατωνική έννοια του «Είναι», όπως εννοεί ο Έβολα. Ακριβώς το αντίθετο: μια φυλή - η δική μας φυλή - έχει παρακμάσει ακριβώς μέσω της στροφής της προς την πλατωνική μεταφυσική και της απομακρύνσεώς της από το ξέφωτο. Έτσι, όταν ο Χάιντεγγερ αλλάζει το Sein με το Seyn, αλλάζει εντελώς το νόημα αυτού που λέει ο Έβολα. Ξαναγράφει το απόσπασμα ούτως,  ώστε να συμφωνεί με την δική του θέση: η παρακμή της Δύσεως πηγάζει από την λήθη του Seyn (του ξέφωτου) και τον εναγκαλισμό της με το πλατωνικό Sein της δυτικής μεταφυσικής παραδόσεως.

Ο Χάιντεγγερ παραλείπει το τελευταίο μέρος της προτάσεως του Έβολα για παρόμοιους λόγους. Ας ξαναδούμε αυτές τις λέξεις. Ο Έβολα  μάς λέει,  ότι, όταν μια φυλή έχει χάσει την επαφή με «τον κόσμο του Είναι» θα «γίνει έρμαιο του παραλόγου, του ευμετάβλητου, του "ιστορικού", αυτού που είναι εξαρτημένο από κάτω και από έξω». Ο Χάιντεγγερ παραλείπει αυτές τις λέξεις, επειδή απορρίπτει την διχοτόμηση του Έβολα ανάμεσα στο «Είναι» και το «ιστορικό». Ο Χάιντεγγερ υποστηρίζει, στην πραγματικότητα, ότι το Seyn/το ξεκαθάρισμα είναι εγγενώς ιστορικό (geschichtlich), και μεταβλητό (veränderlich). Το Είναι των πραγμάτων στην πραγματικότητα αλλάζει, καθώς αλλάζει ο πολιτισμός. Αυτό είναι το ίδιο πράγμα, κατά βάση, με το να λέμε, ότι το νόημα των πραγμάτων αλλάζει με την πάροδο του χρόνου.

Αλλά θα μπορούσε ποτέ να αλλάξει το Είναι/το νόημα του κουτιού της Amazon στο κατώφλι μου; Φυσικά. Φαντασθείτε έναν μελλοντικό κόσμο χωρίς την Amazon ή έναν κόσμο στον οποίο η Amazon έχει κηρυχθεί μονοπώλιο και έχει διασπασθεί σε μια σειρά από διαφορετικές, ανταγωνιστικές οντότητες. Δεν θα υπάρχουν πια κουτιά της Amazon στο κατώφλι της πόρτας. Όταν τα βλέπετε, τα βλέπετε σε μουσεία και δεν τα βλέπετε πλέον απλώς ως χρηστικά αντικείμενα. Δεν σκέπτεσθαι πλέον, όταν βλέπετε ένα, «Ω, έφτασε το αντίγραφό μου του Είναι και Χρόνος» ή κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, το κουτί της Amazon αποκτά ένα νέο νόημα: ως σύμβολο μιας σκοτεινής εποχής που ευτυχώς έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ- μιας εποχής κατά την οποία επιτρέψαμε σε εταιρείες όπως η Amazon όχι μόνο να στριμώξουν την αγορά και να βγάλουν όλους τους μικρότερους ανταγωνιστές εκτός δουλειάς, αλλά και να διαμορφώνουν τις πληροφορίες, στις οποίες έχουμε πρόσβαση, μέσω της λογοκρισίας και της απαγορεύσεως βιβλίων [31].

Έτσι, εάν το Είναι ή το νόημα, ότι τα πράγματα έχουν για εμάς αλλάξει κατά την πορεία της ιστορίας, καθώς ο πολιτισμός και οι περιστάσεις αλλάζουν, τότε, αντίθετα με τον Έβολα, το Είναι είναι αναπόφευκτα «μεταβλητό» και «ιστορικό» Ο Έβολα λέει, επίσης, ότι μία φυλή, η οποία χάνει επαφή με την δική του ιδέα περί Είναι, αποτελεί θύμα του «παραλόγου» (das Irrational, στην γερμανική μετάφραση). Θα υποστήριζε κάτι τέτοιο και ο Χάιντεγγερ; Είναι η άποψή του περί  Είναι «παράλογη»; Λοιπόν, ο Χάιντεγγερ υποστηρίζει ότι οι ιστορικές-πολιτιστικές αλλαγές στο Είναι / νόημα δεν είναι πλήρως κατανοητές για τα ανθρώπινα όντα. Ο λόγος για αυτό είναι ότι πάντα εντός του Seyn / ξεφώτου τα πράγματα έχουν  νόημα ή είναι κατανοητά για εμάς. Επομένως, το Seyn / ξέφωτο  δεν είναι τελικώς κατανοητό. Με μια πολύ ειδική έννοια, θα μπορούσαμε έτσι να το περιγράψουμε ως «παράλογο». Ότι ο Έβολα υποστηρίζει σιωπηρά την εξίσωση του να είσαι με το «λογικό» σε αυτό το απόσπασμα είναι εξαιρετικά ειρωνικό. Όπως θα δούμε σε μια μεταγενέστερη δόση, ο Heidegger υποστηρίζει ότι αυτή η εξίσωση είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης καμπής της δυτικής μεταφυσικής παράδοσης και ότι όλες οι σύγχρονες ασθένειες του Έβολα αποδίδονται τελικά σε αυτήν.

Ο Χάιντεγγερ θα θεωρούσε τον Γκενόν και τον Έβολα φιλοσοφικά αφελείς - για διάφορους λόγους. Πρώτον, οικειοποιούνται άκριτα την δυτική μεταφυσική παράδοση στο όνομα της καταπολεμήσεως του νεωτερισμού. Ωστόσο, όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Χάιντεγγερ υποστηρίζει, ότι αυτή η παράδοση εμπλέκεται στην παρακμή της Δύσεως. Δεύτερον, οι Παραδοσιοκράτες υποστηρίζουν αφελώς, ότι αυτή η μεταφυσική παράδοση είναι «αιώνια» ή αέναη. Εκλαμβάνουν τον Πλατωνισμό ως θεματοφύλακα στοιχείων μιας αρχεγόνου παραδόσεως, η οποία  προηγείται του Πλάτωνος κατά χιλιετίες. Υποστηρίζουν, ότι η εποχή του Πλάτωνος ανήκει στην Kali Yuga (η τέταρτη εποχή, η παρακμιακή «Εποχή του Σιδήρου»), αλλά θεωρούν,  ότι ο Πλάτων (και άλλοι αρχαίοι φιλόσοφοι) διατηρούν μια παλαιότερη, μάλλον διαχρονική σοφία. Ωστόσο, αυτή είναι καθαρή υπόθεση, για την οποία δεν υπάρχουν σταθερές ακαδημαϊκές αποδείξεις. [26] [32]

Μια περαιτέρω αντίρρηση του Χάιντεγγερ έναντι της Παραδοσιοκρατίας μπορεί να εξετασθεί σε αυτό το σημείο, και είναι εξαιρετικά σοβαρή. Τόσο ο Χάιντεγγερ, όσο και οι Παραδοσιοκράτες,  στηλιτεύουν τον σύγχρονο, χωρίς ρίζες ατομικισμό. Ωστόσο, η κριτική του Χάιντεγγερ προχωρά πολύ περισσότερο. Θυμηθείτε, ότι για τον  φιλόσοφο Το Είναι είναι εγγενώς ιστορικό και μεταβλητό. Ποια πράγματα είναι για εμάς ή τι σημαίνουν, καθορίζεται εν μέρει από την ιστορική μας κατάσταση. Το ανθρώπινο Εδωνά Είναι πάντα ενσωματώνεται σε ένα σύνολο συγκεκριμένων ιστορικών, πολιτιστικών συνθηκών. Ο Χάιντεγγερ γράφει: «Μόνο εφόσον ο άνθρωπος υπάρχει σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δίδονται όντα, δίδεται η αλήθεια. Δεν υπάρχει αλήθεια από μόνη της· μάλλον, η αλήθεια είναι απόφαση και μοίρα για τα ανθρώπινα όντα· είναι κάτι ανθρώπινο. " [27] [33] Αυτό, όμως,  δεν σημαίνει ότι η αλήθεια, ως ανθρώπινη, είναι κάτι «υποκειμενικό»:

« Δεν εξανθρωπίζουμε την ουσία της αλήθειας: αντίθετα, καθορίζουμε την ουσία των ανθρώπων με βάση την αλήθεια. Ο άνθρωπος αντιμετατίθεται στις διάφορες διαβαθμίσεις της αλήθειας. Η αλήθεια δεν είναι υπεράνω ή εντός του ανθρώπου, αλλά ο άνθρωπος είναι στην αλήθεια. Ο άνθρωπος είναι στην αλήθεια, στο μέτρο που η αλήθεια συμβαίνει με την αποκάλυψη των πραγμάτων βάσει της δημιουργικής προβολής. Κάθε άτομο δεν πραγματοποιεί συνειδητά αυτήν την δημιουργική προβολή. Αντ 'αυτού, έχει ήδη γεννηθεί σε μια κοινότητα· ήδη μεγαλώνει εντός μιας αρκετά συγκεκριμένης αλήθειας, την οποία αντιμετωπίζει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ο άνθρωπος είναι αυτός, του οποίου η ιστορία εμφανίζει το συμβάν της αλήθειας». [28] [34]

Ως αποτέλεσμα αυτής της στάσεως, ο Χάιντεγγερ απορρίπτει τόσο το ιδανικό του Διαφωτισμού της «επόψεως από το πουθενά», όσο και τον δίχως ρίζες , σύγχρονο κοσμοπολιτισμό.

Σκεφτείτε, ωστόσο, τις ακόλουθες γραμμές από την «Βασιλεία της Ποσότητος». Ο Γκενόν γράφει επικριτικά για «εκείνους μεταξύ των νεωτεριστών, οι οποίοι θεωρούν τον εαυτό τους έξω από κάθε θρησκεία» - δηλαδή, την ελεύθερη σκέψη των ατομικιστών. Υποστηρίζει, ότι αυτοί οι άντρες βρίσκονται «στο ακραίο αντίθετο σημείο από εκείνους που, αφού έχουν διεισδύσει στην κύρια ενότητα όλων των παραδόσεων, δεν συνδέονται πλέον με κάποια συγκεκριμένη μορφή». Αυτή η τελευταία θέση, φυσικά, είναι αυτή της Παραδοσιοκρατίας του Γκενόν. Σε μια υποσημείωση, στην συνέχεια παραθέτει επιδοκιμαστικά τον Ibn 'Arabî: «Η καρδιά μου έχει καταστεί ικανή για όλες τις μορφές: είναι ένα λιβάδι για γαζέλες και ένα μοναστήρι για χριστιανούς μοναχούς, και ένας ναός για είδωλα, και η Καάμπα του προσκυνητού, και τραπέζι της Τορά και το βιβλίο του Κορανίου. Είμαι η θρησκεία της Αγάπης, όποιος κι αν είναι ο δρόμος της καμήλας του· η θρησκεία μου και η πίστη μου είναι η αληθινή θρησκεία. »[29] [35]

Αν και ο Γκενόν  αντιπαραθέτει την θέση του σύγχρονου ελεύθερου στοχαστού με αυτήν του Παραδοσιοκράτου, ο Χάιντεγγερ θα αμφισβητούσε αναμφίβολα ότι υπάρχει μια θεμελιώδης ταυτότητα μεταξύ τους. Ο ελεύθερος στοχαστής φαντάζεται, ότι έχει ελευθερώσει τον εαυτό του από οποιοδήποτε πολιτισμικό-θρησκευτικό πλαίσιο και έχει γίνει ένα είδος διανοητικού ή πνευματικού κοσμοπολίτου. Ωστόσο, ο Παραδοσιοκράτης σκέφτεται το ίδιο ακριβώς πράγμα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο ελεύθερος στοχαστής πιστεύει ότι έχει απομακρύνει την θρησκεία ή την ίδια την «πνευματικότητα», ενώ ο Παραδοσιοκράτης φαντάζεται ότι προσκολλάται σε ένα μη-εξειδικευμένο, ανιστορικό και καθολικό πνευματικό οικοδόμημα, το οποίο ονομάζεται «Παράδοση». Αυτή η άποψη είναι επίσης θεμελιωδώς νεωτερική.

Κάποιος μπορεί να αντιτάξει, ωστόσο, το ότι η απόφαση του Γκενόν να προσηλυτισθεί στο Ισλάμ και να «γίνει γηγενής» στο Κάιρο, όπου πέρασε τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, δείχνει ότι γνώριζε, ότι η παράδοση δεν θα μπορούσε να είναι μια ελεύθερη αφαίρεση και ότι, για να είναι κάποιος αληθινός Παραδοσιoκράτης, έπρεπε να επιλέξει μια ζωντανή παράδοση και να βυθισθεί σε αυτήν. Αυτό ισχύει, ως εκδήλωση των απόψεων του Γκενόν. Αλλά αυτή η ιδέα, ότι κάποιος μπορεί να επιλέξει μια παράδοση, επενδύει στην σύγχρονη αντίληψη του αυτόνομου εαυτού που μπορεί, από την άποψη της απόσπασης από οποιοδήποτε πολιτιστικό ή ιστορικό πλαίσιο, να εξετάσει τις διαφορετικές παραδόσεις και να επιλέξει μια. Δεν έχει καμία αξία να επισημάνουμε στο σημείο αυτό, ότι όλοι οι Μουσουλμάνοι πρέπει, κατά μια έννοια, να «επιλέξουν» το Ισλάμ, καθώς δεν είναι εθνική θρησκεία, αλλά θρησκεία ομολογίας, της οποίας την πίστη πρέπει να δηλώνουν όλοι οι οπαδοί, και στην οποία ο καθένας μπορεί να μεταστραφεί. Αυτό αποτελεί μία έγκυρη άποψη, αλλά επιφανειακή. Το Ισλάμ αναδύθηκε από ένα πολιτιστικό και ιστορικό πλαίσιο αρκετά ξένο προς την Δύση, και στο οποίο κανένας Δυτικός δεν μπορεί ποτέ να προσχωρήσει πραγματικά.

4. Επίλογος

Ας εξετάσουμε τώρα μερικές αντιρρήσεις για αυτήν την χαϊντεγγεριανή κριτική της Παραδοσιοκρατίας.

Πρώτον, οι υπερασπιστές της Παραδοσιοκρατίας μπορεί να απαντήσουν, ότι ο Γκενόν και ο Έβολα βασίζονται κυρίως στην ινδική παράδοση και καθόλου στην δυτική μεταφυσική. Υπάρχουν ουσιαστικά δύο αποδείξεις για αυτόν τον ισχυρισμό. Η πρώτη είναι η επιδοκιμασία  του Γκενόν και του Έβολα για την ινδουιστική κυκλική αντίληψη του χρόνου, για τις yuga, η οποία είναι πράγματι αρκετά αρχαία. Αμφότεροι φαίνεται να αποδέχονται αυτήν την διδασκαλία κατά κυριολεξία, μέχρι τους παραδοσιακούς ινδουιστικούς υπολογισμούς για την χρονική διάρκεια κάθε yuga (οι οποίοι δίνουν την εντύπωση στους περισσότερους σύγχρονους αναγνώστες ως αυθαίρετες επινοήσεις). Δεύτερη είναι η πρωτοκαθεδρία που δόθηκε και από τους δύο στοχαστές στην Vedanta. Τόσο ο Γκενόν όσο και ο Έβολα θεωρούν τις διδασκαλίες των Upanishad ως έκφραση μιας πολύ αρχαίας πρωτο-μεταφυσικής, η οποία αποτελεί μια «αιώνια φιλοσοφία».

Η εξάρτηση των Παραδοσιοκρατών από την ινδική παράδοση είναι πραγματική. Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ερμηνεύουν τις ινδικές πηγές με βάση τις κατηγορίες και την ορολογία της Δυτικής μεταφυσικής. Πράγματι, αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον Γκενόν, ο οποίος αναγνωρίζει, ότι δεν υπάρχει κάτι προβληματικό στην κατανόηση των Upanishad  με όρους που προέρχονται από την πλατωνική και την αριστοτελική φιλοσοφία. Για παράδειγμα, ακριβώς στην αρχή της Βασιλείας της Ποσότητος, ο Γκενόν πραγματεύεται την δυαδικότητα του Purusha και του Prakriti χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες «ουσία και υπόσταση» - και έπειτα, μια σελίδα παρακάτω, κάνει έκκληση στη «μορφή και ύλη», εν συνεχεία στην «δράση και δυνατότητα». [30] [38] Όλα αυτά αποτελούν αριστοτελική ορολογία. Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία προσπάθεια από την πλευρά του Γκενόν να ανακτήσει την «πρωταρχική» αίσθηση αυτών των όρων στον Αριστοτέλη. Αντ 'αυτού, υιοθετεί χωρίς δισταγμό την μεσαιωνική σχολαστική κατανόηση αυτών των διακρίσεων.

Ενδεχομένως ο Γκενόν θεώρησε, ότι ήταν έγκυρο να συζητήσουμε την Vedanta με πλατωνικούς-αριστοτελικούς όρους, επειδή θεωρούσε την πλατωνική παράδοση ως έκφραση της αιωνίας φιλοσοφίας. Έτσι, απλώς αποφάσισε εκ των προτέρων ότι η Vedanta και ο Πλατωνισμός είναι δύο ρεύματα που πηγάζουν από την ίδια πηγή:  την αρχέγονη Παράδοση. Αλλά, πάλι, αυτό είναι καθαρή εικασία. Το συμπέρασμα είναι,  ότι ο Γκενόν και ο Έβολα αποδίδουν ιδιαίτερη υπεροχή στην ινδική παράδοση έναντι της Δυτικής μεταφυσικής - αλλά βλέπουν την πρώτη σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα από το πρίσμα της δεύτερης. Έτσι, παρά το ενδιαφέρον τους για την ινδική σκέψη, εξακολουθούν να είναι απολύτως υπόχρεοι στην δυτική μεταφυσική.

Μένει να εξετάσουμε μια περαιτέρω, πολύ πιο σημαντική, ένσταση σε αυτές τις χαϊντεγγεριανές κριτικές κατά της Παραδοσιοκρατίας. Η πρωταρχική ένστασή μου εναντίον του Γκενόν και του Έβολα είναι η απόλυτη αφοσίωση στην Δυτική μεταφυσική. Αυτό αποτελεί πρόβλημα, διότι ο Χάιντεγγερ υποστηρίζει, ότι η Δυτική παράδοση δεν είναι μόνον η απομάκρυνση από μια πιο αρχέγονη συνάντηση με το Είναι, αλλά στην πραγματικότητα καθιστά δυνατή την σύγχρονη παρακμή, την οποίαν ορθώς απορρίπτουν οι Παραδοσιοκράτες. Γιατί όμως πρέπει να ακολουθήσουμε τον Χάιντεγγερ σε όλα αυτά; Γιατί πρέπει να δεχτούμε την αρνητική αξιολόγηση του Χάιντεγγερ για την Δυτική μεταφυσική; Γιατί να αποδεχθούμε την θέση, ότι η πλατωνική μεταφυσική κατέστησε δυνατή την νεωτερικότητα; Το επόμενο δοκίμιο αυτής της σειράς θα είναι αφιερωμένο στην απάντηση αυτών των ερωτήσεων. Θα είναι το πρώτο από τα διάφορα δοκίμια που προσφέρουν μια περίληψη και ένα σχόλιο για την ιστορία και την κριτική του Χάιντεγγερ στη μεταφυσική, καταδεικνύοντας, ότι οι ισχυρισμοί του είναι τόσο ευλογοφανείς όσο και εμβριθείς. Ο Χάιντεγγερ έχει δίκιο να πιστεύει, ότι η δυτική μεταφυσική βρίσκεται στην ρίζα της νεωτερικότητας. Θα ξεκινήσουμε με την κριτική του Χάιντεγγερ στον Πλάτωνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] [40] Χρησιμοποιώ κεφαλαίο  στην Παραδοσιοκρατία, για να υποδηλώσω στην σχολή του Γκενόν, του Έβολα κλπ εν αντιθέσει προς την «παραδοσιοκρατία» υπό μία χαλαρότερη , ευρύτερη έννοια του όρου. Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη, καθώς θα χρησιμοποιώ τον όρο και με τις δύο εκδοχές. Σημειώνω, επίσης, ότι εδώ με ενδιαφέρει πρωτίστως η Παραδοσιοκρατία των Γκενόν και Έβολα. Ενδιαφέρομαι συγκριτικά λιγότερο για την «ηπιότερη» Παραδοσιοκρατία μορφών, όπως των Coomaraswamy, Schuon, Huston Smith κλπ. Οι πλείστες των ενστάσεων που εγείρονται εδώ  εναντίον του Γκενόν και του Έβολα θα αφορούν και σε αυτούς τους συγγραφείς.

[2] [41] «αρχέγονος» (ursprünglich) είναι ένας όρος συχνά χρησιμοποιούμενος από τον Χάιντεγγερ

[3] [42] Martin Heidegger, Introduction to Metaphysics, trans. Gregory Fried and Richard Polt (New Haven, CT: Yale University Press, 2000), 40-41. Αυτή ήταν μία διάλεξη, την οποίαν έδωσε ο Χάιντεγγερ το 1935. Εκδόθηκε πρώτη φορά στην Γερμανία το 1953. Το υλικό εντός των  αγκυλών προσετέθη από τον Χάιντεγγερ, όταν η διάλεξη εκδόθηκε το 1953.

 [4] [43] Fried and Polt, 47.

[5] [44] Fried and Polt, 48-49. Η εντός αγκύλης φράση προσετέθη από τον Χάιντεγγερ για την έκδοση του 1953.

[6] [45] Martin Heidegger, What is Called Thinking?, μεταφρ. J. Glenn Gray (New York: Harper Perennial, 1968), 30.

[7] [46] Παραλείπω ένα σημείο από τον κάτωθι διάλογο, το οποίο οι αναγνώστες ενδεχομένως αναμένουν να πραγματευθώ : «η φυγή των θεών». Αυτό που εννοεί ο Χάιντεγγερ, ωστόσο, είναι περίπλοκο και μακράν του προφανούς. Θα ασχοληθώ με το θέμα αυτό σε άλλο δοκίμιο.

 [8] [47] René Guénon, The Reign of Quantity and the Signs of the Times, μεταφρ. Lord Northbourne (Hillsdale, NY: Sophia Perennis, 2001), 43.

[9] [48] Reign, 42

[10] [49] Reign, 43. Για παρόμοιες παρατηρήσεις, οράτε Julius Evola, Meditations on the Peaks, μεταφρ. Guido Stucco (Rochester, Vermont: Inner Traditions, 1998), 45-46.

[11] [50] Reign, 51-52.

[12] [51] Reign, 48.

[13] [52] Reign, pp. 60-61. Συγκρίνετε αυτό με ορισμένες παρατηρήσεις του Alexandre Kojève: «Ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραδεχθούμε, ότι μετά το τέλος της Ιστορίας, οι άνθρωποι θα κατασκευάζουν τα κτίρια και τα έργα τέχνης τους,  όπως τα πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους και οι αράχνες περιστρέφουν τους ιστούς τους, θα πραγματοποιούν τις μουσικές συναυλίες τους, όπως οι βατράχοι και τα τζιτζίκια, θα παίζουν σαν νεαρά ζώα και θα επιδίδονται στον έρωτα σαν ενήλικα θηρία». Οράτε Introduction to the Reading of Hegel, ed. Raymond Queneau and Allan Bloom, trans. James H. Nichols, Jr. (Ithaca, NY: Cornell University Press, 1969), 159 (footnote).

[14] [53] Reign p. 194.

[15] [54] Η ανακάλυψη του σημειώματος το 2015 προκάλεσε κάποιο ενδιαφέρον στον γερμανικό τύπο. Ο Thomas Vasek έγραψε στην Frankfurter Allgemeine Zeitung [55] ισχυριζόμενος, ότι «η σύγκριση των κειμένων καταδεικνύει, ότι ο Χάιντεγγερ όχι μόνον είχε διαβάσει Έβολα, όπως υποδεικνύει αυτό το σημείωμα, αλλά είχε, επίσης, επηρεασθεί από τις ιδέες του από τα μέσα της δεκαετίας του τριάντα και έπειτα, ξεκινώντας από την κριτική του στην επιστήμη και την τεχνολογία, τον αντι-ανθρωπισμό του και την απόρριψη του Χριστιανισμού έως τον “πνευματικό” ρατσισμό του.» Αυτός είναι ένας απολύτως αβάσιμος και όντως γελοίος ισχυρισμός, όπως συντόμως θα αποδείξω. Οράτε την ανάλυση του Greg Johnson για το σημείωμα του Χάιντεγγερ και το άρθρο του Vasek, εδώ  https://counter-currents.com/2016/02/notes-on-heidegger-and-evola/ [56]

 [16] [57] Julius Evola, Erhebung wider die moderne Welt, trans. Friedrich Bauer (Stuttgart: Deutsche Verlags-Anstalt, 1935), 65. Ο μεταφραστής αποκλείει τμήματα του κειμένου του Χάιντεγγερ, αφ’ ής στιγμής, όμως, ο Χάιντεγγερ διάβασε μόνον την μετάφραση και όχι το πρωτότυπο, οι παραλείψει αυτές δεν μας απασχολούν στο σημείο αυτό. Για το πλήρες κείμενο στην αγγλική μετάφραση, οράτε Julius Evola, Revolt Against the Modern World, μεταφρ. Guido Stucco (Rochester, VT: Inner Traditions, 1995), 56-57.

 [19] [60] Thomas Sheehan, Making Sense of Heidegger: A Paradigm Shift (Lanham, MD: Rowman and Littlefield, 2015), 20.

[20] [61] Martin Heidegger, Basic Writings, ed. David Farrell Krell (New York: Harper and Row, 1977), 384-385. Το δοκίμιο αυτό μεταφράσθηκε από την  Joan Stambaugh· η πλάγια γραφή προσετέθη.

[21] [62] Ο Sheehan ισχυρίζεται, ότι για τον Χάιντεγγερ Είναι και νόημα είναι ταυτόσημα.

[22] [63]  Αυτός ο τρόπος εκφράσεως των πραγμάτων πρέπει να νοηθεί ως μεταφορικός και προκαταρκτικός. Στην πραγματικότητα, ο Χάιντεγκερ θέλει να αποφύγει εντελώς μια «υποκειμενική» αντιμετώπιση του ξέφωτου ως κάποιου είδους «ικανότητας» ή καντιανής a priori δομής, την οποίαν «φέρω εντός μου». Ο λόγος, βασικά, είναι, ότι αυτή η αντιμετώπιση του ξέφωτου είναι φαινομενολογικά αναληθής. Στην πραγματικότητα, δεν βιώνω το ξέφωτο ως κάτι « εντός μου», το οποίο είναι «δικό μου». Ακόμα λιγότερο το βιώνω ως κάτι, επί του οποίου  έχω κάθε είδους επιρροή ή έλεγχο. Συνεπώς, δεν υπάρχει πραγματική βάση για την «υποκειμενικοποίηση» του ξέφωτου· για την τοποθέτησή του «εντός του υποκειμένου». Πράγματι, ο Χάιντεγγερ ασκεί κριτική στην διάκριση υποκειμένου/αντικειμένου που επικρατεί στην φιλοσοφία από τότε που ο Καρτέσιος, ο οποίος εντοπίζει ορισμένες «ιδιότητες» ως «εντός» ενός θέματος, ως εάν αυτό είναι ένα είδος ερμαρίου, στο οποίο ζούμε, απομακρυσμένο από έναν «εξωτερικό κόσμο». Οράτε, Heidegger, Being and Time, μεταφ. Joan Stambaugh, rev. Dennis J. Schmidt (Albany, NY: State University of New York Press, 2010), 60-61.

[23] [64] Σε γενικές γραμμές αυτό είναι σωστό. Δυστυχώς, ο Χάιντεγγερ αντιφάσκει ως προς την χρήση του Sein/Seyn, κάποιες φορές αναφερόμενος στο Είναι και κάποιες στο ξέφωτο, το οποίο δίδει το Είναι.

[24] [65] What is Called Thinking?, 152.

[25] [66] Revolt, 3.

[26] [67]  Οι Παραδοσιοκράτες βρίσκονται λίγο-πολύ στην ίδια θέση με αυτήν των ¨Ερμητιστών¨ της Αναγεννήσεως, οι οποίοι πίστευαν λανθασμένα ότι το Corpus Hermeticum περιείχε σοφία των Αιγυπτίων κατά πολύ αρχαιότερη του Πλάτωνος και των Ελλήνων και από το οποίο οι φιλόσοφοι αυτοί είχαν πάρει τις βασικές διδασκαλίες τους. Στην πραγματικότητα, το Corpus Hermeticum  δεν ήταν αρχαιότερο του πρώτου αιώνος π.Χ.  και οι διδασκαλίες του πήγαζαν σε μεγάλο ποσοστό από τον Πλάτωνα και την σχολή του.

[27] [68] Martin Heidegger, Being and Truth, μεταφρ. Gregory Fried και Richard Polt (Bloomington: Indiana University Press, 210), 134. Πλάγια γραφή στο πρωτότυπο.

[28] [69] Being and Truth, 136. . Πλάγια γραφή στο πρωτότυπο

[29] [70] Reign, 62-63.

[30] [71] Reign, 11-12.                

[31] [72] Martin Heidegger, Off the Beaten Track, μεταφρ. Julian Young και Kenneth Haynes (Cambridge: Cambridge University Press, 2002), 72.

 

 

                                

 

 


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Ινδοάρια σοφία 




Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020


Corneliu Zelea Codreanu

Ο νόμος της σιωπής: Μίλα λίγο. Πές μόνον ό,τι πρέπει. Η αγόρευσή σου πρέπει να είναι οι πράξεις, όχι τα λόγια. Πετυχαίνεις: άφησε τους άλλους να μιλήσουν.
 

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

 

Λορέντζος Μαβίλης
18/9/1860 (6/7/1860 κατά το Γρηγοριανό Ημερολόγιο)  - 28/11/1912

"Γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα."

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Yukio Mishima, 14/01/1925 - 25/11/1970


 

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020


 

José Antonio Primo de Rivera
Ένας πνευματικός πατριώτης
 
Πηγή: counter-currents.com
Συγγραφέας: Radbod
Μετάφραση: Ρωμανός
«Ο Φασισμός γεννήθηκε για να εμπνεύσει μια πίστη όχι της Δεξιάς (η οποία κατά βάσιν φιλοδοξεί να συντηρεί τα πάντα, ακόμη και την αδικία) ή της Αριστεράς (η οποία κατά βάσιν φιλοδοξεί να καταστρέψει τα πάντα, ακόμη και την καλοσύνη), αλλά μια συλλογική, ολοκληρωμένη, εθνική πίστη.» José Antonio Primo de Rivera
 
Ο José Antonio Primo de Rivera y Saenz de Heredia Marques de Estella ή José Antonio (όπως συνήθως αναφέρεται) γεννήθηκε στις 24 Απριλίου 1903 στην Μαδρίτη, για να μεγαλώσει σε ένα υγιές αριστοκρατικό οικογενειακό περιβάλλον ως ο μεγαλύτερος γιος του στρατηγού Miguel Primo de Rivera, ο οποίος ήταν ο ηγέτης της Ισπανίας από το 1923 έως το 1930. Η οικογένειά του ήταν κοινωνικώς εξέχουσα στην Ανδαλουσία, έχοντας συνδεθεί μέσω επιγαμιών με μεγάλους γαιοκτήμονες και εμπόρους της περιοχής  Jerez de la Frontera1. Από τον πατέρα του ο Χοσέ Αντόνιο κληρονόμησε τον τίτλο του μαρκησίου της Estella (marqués de Estella).
Ο πατέρας του, μετά από μια γρήγορη και λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία στην Κούβα, τις Φιλιππίνες και το Μαρόκο, έγινε κυβερνήτης του Κάδιθ (1915), στην συνέχεια με την σειρά γενικός διοικητής της Βαλένθια, της Μαδρίτης και της Καταλονίας. Από την Καταλονία πραγματοποίησε πραξικόπημα τον Σεπτέμβριο του 1923, διαλύοντας το Κοινοβούλιο (Cortes Generales) και στην συνέχεια εγκαθίδρυσε, με την πλήρη έγκριση του βασιλέως Αλφόνσου του 13ου, ένα στρατιωτικό διευθυντήριο. Το σύνταγμα του 18762, καθώς και οι πολιτικές ελευθερίες ανεστάλησαν.  Η στρατιωτική δικτατορία αντικαταστάθηκε από μία πολιτική (1925)· αμφότερες κυβέρνησαν αρκετά μετριοπαθώς, χωρίς τις βιαιότητες και την ακραία καταστολή, οι οποίες χαρακτήριζαν τις μεταγενέστερες δικτατορίες
 Ο Miguel Primo de Rivera τερμάτισε τον πόλεμο στο Μαρόκο (1926), εισήγαγε πολλά μέτρα με στόχο  τον οικονομικό εκσυγχρονισμό και την διοικητική μεταρρύθμιση και ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων έργων, η διακυβέρνησή του, όμως, προκάλεσε την αντίθεση των αναρχοσυνδικαλιστών, των Καταλανών τοπικιστών και όλων των φιλελευθέρων . Το καθεστώς του ήταν σε περισσότερες από μία περιπτώσεις αποπροσανατολισμένο, αδέξιο και αφελές, αλλά ήταν κατά βάσιν γενναιόδωρο και χωρίς αποκλεισμούς. Η Ισπανία υπό την εξουσία του θα εξελισσόταν οικονομικά και όλοι οι Ισπανοί θα μοιράζονταν τα οφέλη. Υπήρχαν δημόσια έργα, μεγαλύτερη απασχόληση, περισσότερα σχολεία, υγειονομικές βελτιώσεις και προσοχή στα δικαιώματα των εργατών. Μια εξέγερση το 1929 των  φιλελευθέρων απέτυχε, αλλά διάφορες πολιτικές και οικονομικές αποτυχίες του καθεστώτος οδήγησαν σύντομα στην παραίτησή του (Ιανουάριος 1930). Πέθανε στην εξορία στο Παρίσι, σύμφωνα με πληροφορίες με ραγισμένη καρδιά.
Ο Χοσέ Αντόνιο ήταν ένας δυνατός διανοούμενος και μελέτησε έργα φιλοσόφων και πολιτικών στοχαστών όπως ο Σένγκλερ, ο Κέιζερλινγκ, ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Ορτέγκα, ο Μουσολίνι και ο Τρότσκι. Πήγε στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, για να σπουδάσει νομικά και μετά την στρατιωτική θητεία του ξεκίνησε την καριέρα του ως δικηγόρος το 1925. Όταν στο Cortes (κοινοβούλιο) άρχισαν να χλευάζουν την μνήμη του πατέρα του, ασχολήθηκε με την πολιτική και  πραγματοποίησε ομιλίες υπερασπίζοντας τις πολιτικές του πατέρα του και τελικά αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο. Όσο περισσότερο επετίθεντο και  γελοιοποιούσαν τον πατέρα του, τόσο πιο ανταγωνιστικός γινόταν έναντι της επιμονής τους υπέρ της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τις κοινοβουλευτικές μορφές της μεσαίας τάξεως. Η περιφρόνησή του για την πολιτική σφαίρα θα του εμπνεύσει μια θεωρία για ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο θα διατηρούσε τις θετικές πτυχές του καθεστώτος του πατέρα του και θα δημιουργούσε άλλες που θα μπορούσαν να διορθώσουν τα σφάλματά του. Ο Χοσέ Αντόνιο επιμελήθηκε επίσης την δεξιά εφημερίδα El Fascio. Αφού την έκλεισε η Δημοκρατική κυβέρνηση, έγραφε για το περιοδικό ABC.
Η Δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε στην Ισπανία στις 14 Απριλίου 1931 με το τέλος της δικτατορίας του στρατηγού Primo de Rivera. Η χώρα, επομένως, δεν έψαχνε για άλλη μία αυταρχική μορφή κυβερνήσεως, και σίγουρα όχι για μοναρχία, αφ’ ής στιγμής ο Αλφόνσος ο 13ος  είχε δείξει, ότι ήταν εντελώς ανίκανος να κυβερνήσει τον ισπανικό λαό. Η Αριστερά είχε τελικά την ευκαιρία να κυβερνήσει την Ισπανία με τον τρόπο της. Ωστόσο, η αποστροφή για την πορεία των πραγμάτων ήταν εμφανής μόλις λίγους μήνες μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα συναισθήματα έγιναν αγχώδη και τα νεύρα τεντώθηκαν. Οι υποσχέσεις για αλλαγή κατέπεσαν γρηγορότερα από όσο δόθηκαν. Το Cortes μαστιζόταν  από την διαρκή διαφωνία των μελών του, τα οποία ασχολούνταν μόνον με την προπαγάνδα και τις υποθέσεις τους. Ο ισπανικός φιλελευθερισμός σημείωνε άνοδο και η πιθανότητα δημιουργίας μιας πολιτικής εναλλακτικής άρχισε να συζητείται.
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε αφήσει την Ευρώπη σε κατάσταση αναταραχής. Το εθνικό πνεύμα είχε αναδυθεί σαν βαρύ άρωμα σε μια κρύα νύχτα, γλυκαίνοντας  ό,τι είχε απομείνει από μία σαπισμένη Ευρώπη. Υφήρπαν, ωστόσο, ακόμα το πρόβλημα της ταξικής πάλης και το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτά τα δύο συστατικά - το εθνικό συμφέρον και το κοινωνικό ζήτημα - πυροδότησαν τελικά ένα νέο κίνημα, το οποίο καλούσε υπέρ του έθνους ανεξαρτήτως τάξεως  - εθνικιστικό και σοσιαλιστικό. Η Ισπανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από οποιαδήποτε άλλη χώρα, με πιθανή εξαίρεση την Πορτογαλία. Η χώρα βρισκόταν σε περίπου μεσαιωνική κατάσταση. Περί τις αρχές του εικοστού αιώνα το ενενήντα οκτώ τοις εκατό περίπου της γης ανήκε στο 3 τοις εκατό περίπου του συνολικού πληθυσμού. Η κοινωνία ήταν κυρίως αγροτική και η οργάνωση της εργασίας άγνωστη. Μολονότι η Ισπανία βελτιωνόταν  χάρη στην βοήθεια της συνταγματικής μοναρχίας που ξεκίνησε το 1875 και της δικτατορίας του στρατηγού Primo de Rivera, η ανάπτυξή της ήταν ασυνήθιστα αργή. Το γεγονός δε οτι οι περιοχές με  οικονομική ανάπτυξη ήταν απομονωμένες, περισσότεορ πολιτισμικά παρά γεωγραφικά, επιδείνωνε την κατάσταση. Η ταξική πάλη εκτραχυνόταν ολοένα και περισσότερο. Ίσως το μόνο πράγμα που η μεσαία τάξη, η οποία θα αποτελούσε το κύριο συστατικό του φασιστικού κινήματος, ήταν παθιασμένη εκείνη την εποχή ήταν ο περιορισμόςτης προλεταριακής εξεγέρσεως, αν όχι η παντελής αποφυγή αυτής.
Οι συνθήκες ήταν τελικώς ευνοϊκές για την ανάπτυξη ενός εθνικού σοσιαλιστικού κινήματος. Διαφορετικά επίπεδα του νέου κινήματος αναπτύχθηκαν σε δύο άλλες χώρες εκτός της Ισπανίας. Η Γερμανία θα συμμετάσχει σε ένα εθνικό σοσιαλιστικό κίνημα, το οποίο καταπίεσε τον σοσιαλισμό υπό την παραφουσκωμένη υπερηφάνεια του εθνικισμού. Η Ιταλία προφανώς είχε μια ρεαλιστική συμφιλίωση σοσιαλιστικών και εθνικιστικών φιλοδοξιών. Το εθνικό σοσιαλιστικό ή φασιστικό κίνημα της Ισπανίας, ωστόσο, ανέλαβε έναν πιο προσωπικό ή ατομικό, πατριωτικό ρόλο. Η σκηνή προετοιμαζόταν για την απαρχή ενός ισπανικού εθνικού σοσιαλιστικού κόμματος, του κόμματος του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα.
Ο Χοσέ Αντόνιο προσέφερε μια νέα ματιά στο σύστημα διακυβερνήσεως. Συντασσόταν με την Δημοκρατία αισθανόμενος περιφρόνηση για ένα καπιταλιστικό σύστημα. Όπως και η Αριστερά, ο Χοσέ Αντόνιο πίστευε ότι η Ισπανία υπέφερε από την καπιταλιστική πανούκλα «η οποία μετατρέπει τον εργαζόμενο σε απάνθρωποιημένο γρανάζι στα μηχανήματα της αστικής παραγωγής». Ωστόσο, πίστευε επίσης ότι η λύση δεν ήταν ο κομμουνισμός που προσέφερε η Αριστερά. Ο Χοσέ Αντόνιο υποστήριξε ότι, ενώ ένα καπιταλιστικό σύστημα «απανθρωποποιούσε» το άτομο, ο κομμουνισμός «απορροφά την ατομική προσωπικότητα στο Κράτος».
Πέρασε ένα χρονικό διάστημα κατά τους πρώτους μήνες του 1933 αναζητώντας κάποιον, να ηγηθεί ενός νέου εθνικού σοσιαλιστικού κινήματος. Θεώρησε τον εαυτό του ανίκανο, ισχυριζόμενος ότι είχε «πάρα πολλές πνευματικές ανησυχίες, για να είναι ηγέτης των μαζών» και ότι οι πιθανοί χρηματοδότες του δεν ήθελαν να υποστηρίξουν «άλλον έναν  Primo de Rivera». Ευτυχώς, ο Χοσέ Αντόνιο βρήκε «έναν γερό συνεργάτη» στο πρόσωπο του Ruiz de Alda. Ο Alda ήταν ένας διάσημος αεροπόρος, ο οποίος προσελκυόταν από τις εθνικιστικές ιδέες και δυσπιστούσε έναντι των καθιερωμένων κομμάτων. Ξεκίνησαν την συνεργασία για την δημιουργία του ιδεαλιστικού τους είδους εθνικού συνδικαλισμού. Το μόνο που έπρεπε τώρα να κάνουν,  ήταν να περιμένουν την στιγμή που η πολιτική ατμόσφαιρα θα ήταν πιο ευνοϊκή. Η αναμονή δεν ήταν μεγάλη, καθώς το φθινόπωρο του ίδιου έτους θα διεξάγονταν εκλογές.
Στις 29 Οκτωβρίου 1933 στο Teatro Comedia, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ρίβερα ανακοίνωσε την εκλογή του στο Cortes και την δημιουργία της Falange Española (Ισπανικής Φάλλαγος). Ο Χοσέ Αντόνιο ανακοίνωσε εκείνο το απόγευμα της Κυριακής στο Teatro Comedia σε ένα πλήθος περίπου 3.000 ατόμων, τι αντιπροσώπευε η Φάλαγγα: Πίστη προς την Ισπανία, δηλαδή στην συνολική σύνθεση όλων των ατόμων και των τάξεων, συνθέτωντάς τα ούτως σε ένα νέο άτομο αποκτούσε ένα θεϊκό πεπρωμένο. Μέσα σε αυτήν τη σύνθεση, δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν πολιτικά κόμματα: η θρησκεία θα ήταν ανεκτή, εφόσον δεν θα παρενέβαινε σε απροσδιόριστες υποθέσεις εκτός της αρμοδιότητός της: δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν κηφήνες ή παράσιτα στην νέα κοινωνία: όλοι οι άνδρες θα είχαν το δικαίωμα αλλά και το καθήκον να εργάζονται  για την κοινότητα.
Για να επιτευχθεί η νέα κοινωνία, η βία μπορούσε να είναι απαραίτητη, αλλά δεν ήταν αυτοσκοπός. Ξεκίνησε την Φάλαγγα ως κίνημα αφοσιωμένο στην ανατροπή της κυβερνήσεως, εάν τα πολιτικά κόμματα της Αριστεράς κατάφερναν  να επιβάλουν την πολιτική τους στην χώρα. Ήταν εν μέρει πολιτοφυλακή, εν μέρει πολιτικό κόμμα και εν μέρει κίνημα, εμπνευσμένο από τον φασισμό του Μουσολίνι, και άρχισε να κηρύττει την ανάγκη για ένα μεγαλύτερο εθνικό συμφέρον, το οποίο θα ήταν υπεράνω όλων των ειδικών ή των ομαδικών συμφερόντων, που απαιτούσαν τότε την προσοχή, και ότι η απάντηση δεν βρισκόταν ούτε στην Δεξιά ούτε στην Αριστερά, αλλά σε μια αμαγαλμάτωση των καλύτερων στοιχείων αμφοτέρων.
Τα αρχικά F.E. προέρχονται από τις λέξεις Falange Española και σχηματίζουν την ισπανική λέξη για την «πίστη»3, συνοψίζοντας το συναίσθημα του Χοσέ Αντόνιο για την Ισπανία. Εξέθετε τις επαναστατικές απόψεις του στα περιοδικά του F.E. (1934) και Arriba (1935), και όταν αυτές οι εκδόσεις καταργήθηκαν από το κράτος, μιλούσε σε συναντήσεις ανά την χώρα και εκφωνούσε ομιλίες στο Cortes, στο οποίο εξελέγη  το 1933. Στο μανιφέστο της η Φαλάγγα καταδίκαζε τον σοσιαλισμό, τον μαρξισμό, την δημοκρατία  και τον καπιταλισμό και πρότεινε την μετατροπή της Ισπανίας σε φασιστικό κράτος. Αναγνωρίζοντας γενικώς τις αρχές του φασισμού, η Φαλάγγα ξεχώρισε από τις άλλες φασιστικές ομάδες λόγω  της μεγάλης εμφάσεώς της στην εθνική παράδοση, ιδιαιτέρως στις αυτοκρατορικές και αναγεννησιακές χριστιανικές παραδόσεις της Ισπανίας.
Κατά τουυς πρώτους μήνες της η Φάλαγγα είχε μεγάλη επιτυχία. Ήδη είχε αποκτήσει περισσότερα μέλη από τους Εθνικο-Συνδικαλιστές (Juntas de Ofensiva Nacional-Sindicalist - J.O.N.S.4), την εθνική συνδικαλιστική οργάνωση με επικεφαλής τον Ledesma Ramos. Μεταξύ των νέων οπαδών ήταν πολλοί φοιτητές πανεπιστημίου εντυπωσιασμένοι από την ρητορική του Χοσέ Αντόνιο. Η  J.O.N.S. είχε παρόμοιο στυλ, και διέθετε περίπου χίλια μέλη. Υπήρξε μια τεράστια πίεση στα δύο κόμματα να συγχωνευθούν, εάν ήθελαν να παραμείνουν στο πολιτικό παιχνίδι. Στις 14 Μαρτίου 1934 η J.O.N.S. εντάχθηκε στην Φάλαγγα, για να γίνουν ένα (FE-JONS) υπό την ηγεσία του Χοσέ Αντόνιο. Ο Χοσέ Αντόνιο συμφώνησε στην ένωση, δεν του άρεζαν ο Λεντέσμα, ο αρχηγός του κόμματος και η «αγριότητα» του κόμματος.
Ωστόσο, η βία δεν δεν ήταν κάτι καινούργιο για το κόμμα της Φάλαγγος. Η βία μεταξύ των Φαλαγγιτών και της Αριστεράς ήταν έντονη. Λίγες μέρες μετά την δημιουργία του κόμματος, σκοτώθηκε το πρώτο του μέλος. Ο Χοσέ Αντόνιο είχε διαβεβαιώσει, ότι η βία θα ήταν απαραίτητη και ήταν απολύτως ρεαλιστής. Έγιναν πολλές απόπειρες εναντίον της ζωής του, συμπεριλαμβανομένης μιας βόμβας, την οποίαν έριξαν στο όχημά του. Ο Χοσέ Αντόνιο αντέδρασε βγαίνοντας από το αυτοκίνητό του και προσπαθώντας να πυροβολήσει τους επιτιθέμενους. Δεν φοβήθηκε με κόστος την ελευθερία του λόγου. Κάθε νύκτα υπήρχαν αναφορές για «ύποπτους Φασίστες», οι οποίοι συνελήφθησαν ή πυροβολήθηκαν. Στην ομιλία  ιδρύσεως  της Φάλαγγος, ο Χοσέ Αντόνιο δήλωσε: «Δεν θα πάμε σε αυτό το μέρος (το Cortes),  για να λογομαχούμε με τους θαμώνες για τα άνοστα αποφάγια ενός βρώμικου συμποσίου. Η θέση μας είναι έξω. . .  η  θέση μας είναι στην ύπαιθρο, κάτω από τον καθαρό νυχτερινό ουρανό, με το σπαθί στο χέρι και τα αστέρια από επάνω μας»
Στο κόμμα αναδυόταν ένας διαφορετικός τύπος βίας. Πολλοί φοβούνταν, ότι το κόμμα γινόταν πολύ συντηρητικό. Ενώ ο Χοσέ Αντόνιο ενίσχυε τον έλεγχό του, ο Ledesma εγκατέλειψε το κόμμα στις αρχές του 1935. Αργότερα εκείνο το έτος, ο Χοσέ Αντόνιο έθεσε το κόμμα του στην υπηρεσία της ιταλικής κυβερνήσεως, από την οποία λάμβανε μηνιαία επιδότηση έως τον Ιούνιο του 1936.
 Το 1935 τα κόμματα της Αριστεράς σχημάτισαν το Λαϊκό Μέτωπο, το οποίο ανήλθε στην εξουσία μετά τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936, ενώ η Φάλαγγα έλαβε μόνον το 0,7 τοις εκατό των ψήφων. Ο Χοσέ Αντόνιο εξελέγη στο Cortes. Το να είσαι νομίμως εκλεγμένος αξιωματούχος μικρή σημασία είχε για την κυβέρνηση της Αριστεράς στη Μαδρίτη. Για αυτούς ο Χοσέ Αντόνιο ήταν σύμβολο, όλων όσων φοβούνταν: Πατριωτισμός, Πειθαρχία, Ηθική και Πνευματικότητα. Εκείνη την εποχή, η Φάλαγγα δεν είχε ούτε τους αριθμούς ούτε τα χρήματα, για να κάνει τη διαφορά. Δεν επρόκειτο με κανέναν τρόπο η Δημοκρατική κυβέρνηση να επιτρέψει στους Φαλαγγίτες, να αποκτήσουν οποιαδήποτε εξουσία στην Ισπανία, με τυπικά νόμιμο ή με άλλο τρόπο.
Για λίγο κατάφερε να αποτρέψει τους οπαδούς του από το να ανταποκρίνονται στην αυξανόμενη βία στους δρόμους. Μετά την νίκη του Λαϊκού Μετώπου, η Ισπανική Φάλαγγα μεγάλωσε ραγδαίως και μέχρι τον Ιούλιο είχε 40.000 μέλη. Τότε απορροφήθηκε  και αυτός από τις ένοπλες μάχες, οι οποίες ήταν η κανονική μορφή διαμάχης στους δρόμους. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω και, μετά την αποτυχία άλλων επιλογών, ο Πρίμο ντε Ριβέρα συμμετείχε σε μια συνωμοσία για την ανατροπή της κυβερνήσεως του Λαϊκού Μετώπου. Ο Πρίμο ντε Ριβέρα  υποστήριξε πλήρως την στρατιωτική εξέγερση τον Ιούλιο του 1936 εναντίον της δημοκρατικής κυβερνήσεως και μετά το ξέσπασμα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου η Φάλαγγα κατέστη το κυρίαρχο πολιτικό κίνημα των Εθνικιστών. Η πολιτοφυλακή της Φάλαγγος προσχώρησε στους Στασιαστές κατά τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936–39.
Όταν η δημοκρατική κυβέρνηση πληροφορήθηκε, ότι οι Φαλαγγίτες άρχιζαν να εξοπλίζονται, ξεκίνησαν οι συλλήψεις των ηγετών του Φαλαγγιτικού κινήματος σε όλη την Ισπανία. Η λεγόμενη Δημοκρατική κυβέρνηση δεν έκανε ποτέ τίποτα, για να εμποδίσει τους Κομμουνιστές και τους Σοσιαλιστές ανα οπλιστούν ή τις εγκληματικές πράξεις, που διαπράχθηκαν από αυτές τις δύο ομάδες.
Η βία αυξήθηκε στους δρόμους της Μαδρίτης. Οι Φαλαγγίτες συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν, και συνέβαινε το αντίθετο ως αντίποινα. Οι εντάσεις κορυφώθηκαν τελικώς, όταν το βράδυ της 12ης Ιουλίου 1936, όταν ο José Calvo Sotelo, ο επικεφαλής εκπρόσωπος της οργανωμένης Δεξιάς, τέθηκε δήθεν υπό κράτηση. Το επόμενο πρωί το πτώμα του βρέθηκε στις πύλες ενός νεκροταφείου. Αυτό ήταν το περιστατικό που πυροδότησε τις εξελίξεις. Ξέσπασαν ταραχές, πραγματοποιήθηκαν εξεγέρσεις και στις 17 Ιουλίου 1936 ξεκίνησε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος. Με το ξέσπασμα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, λίγο μετά την απώλεια της έδρας του στο Cortes εκείνη την εποχή, η Ισπανική Φάλαγγα κηρύχθηκε ως παράνομη οργάνωση από τους Δημοκρατικούς. Απαγόρευαν το κόμμα, συνέλαβαν τους ηγέτες του και έκλεισαν τα έντυπά του Ο Πρίμο ντε Ριβέρα συνελήφθη στις 5 Ιουνίου 1936 και φυλακίσθηκε στην φυλακή του Αλικάντε από τους μισθοφόρους του Κράτους (την αστυνομία), υπό την εξουσία των αντιπάλων του. Η Φάλαγγα εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ισχυρά κινήματα στην Ισπανία ενώ ο Χοσέ Αντόνιο ήταν στην φυλακή.
Ο Πρίμο ντε Ριβέρα δικάσθηκε για την συμμετοχή του στην εξέγερση. Δικάσθηκε με μία συνοπτική δίκη με την κατηγορία  της συνωμοσίας εναντίον της Δημοκρατίας και της ηγεσίας  φασιστικής οργανώσεως και καταδικάσθηκε σε θάνατο. Στις 18 Νοεμβρίου 1936, ο Χοσέ Αντόνιο έγραψε: «Χθες καταδικάσθηκα σε θάνατο, προσεύχομαι στον Θεό, αν δεν με γλυτώσει από αυτήν την τελευταία δοκιμασία, να διατηρήσει εντός μου μέχρι το τέλος την φαινομενική υποταγή, με την οποία τον αναλογίζομαι, και όταν κρίνει την ψυχή μου, να το κάνει με μέτρο όχι τις αρετές  μου, αλλά με αυτό το άπειρο Έλεός Του.»
Οι συνθήκες γύρω από τον θάνατο του Χοσέ Αντόνιο είναι πολύ περίεργες. Η Δημοκρατική κυβέρνηση ανησυχούσε για την αύξηση της δυνάμεως των Φασιστών. Εφαρμόστηκε καταστολή στους Φασίστες. Φοβούμενη για την εντύπωση που θα προκαλούσε  ο Χοσέ Αντόνιο στους οπαδούς του, η Δημοκρατική κυβέρνηση τον κράτησε φυλακισμένο για αρκετούς μήνες. Στην διαθήκη του, ο Χοσέ Αντόνιο σημειώνει ότι μόλις πέντε έως έξι ημέρες πριν την συντάξει, ενημερώθηκε για τις εναντίον του κατηγορίες.  Στις 20 Νοεμβρίου 1936, ο Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ρίβερα οδηγήθηκε έξω από το κελί του στη φυλακή του Αλικάντε και με έναν  σταυρό στα χέρια του, με  «προσευχή στα χείλη του» και συγχώρεση για τους εχθρούς, που θα τον δολοφονούσαν, εκτελέσθηκε από εκτελεστικό απόσπασμα. Ο Χοσέ Αντόνιο πέθανε σαν Άνδρας, πέθανε Ήρωας, Μάρτυρας και Άγιος.
Οι ειδήσεις για τον θάνατό του παρέμεναν απαγορευμένες μέχρι και ένα έτος έπειτα. Η θέση του σώματός του στο νεκροταφείο της φυλακής του Αλικάντε ήταν άγνωστη, έως ότου ο αδελφός του Μιγκέλ, αφότου αποφυλακίσθηκε, κατάφερε να παράσχει πληροφορίες. Πριν από τη δήλωση του Μιγκέλ σχετικά με τα γεγονότα, η Δημοκρατική κυβέρνηση είχε προσπαθήσει να καλύψει την εκτέλεση ισχυριζόμενη, ότι ένας όχλος εισέβαλε στη φυλακή και σκότωσε τον Χοσέ Αντόνιο.
Ο θάνατος του Χοσέ Αντόνιο οδήγησε στον θάνατο της Φάλαγγός του. Η Φάλαγγα  θα περνούσε στην συνέχεια από τεράστιες αλλαγές. Υπήρξαν πολλές διενέξεις, για το ποιος θα διαδεχθεί τον José Antonio. Ένας άντρας, ο πλέον ανάξιος της θέσεως, ονόματι Hedilla5  ηγήθηκε της οργανώσεως για σύντομο χρονικό διάστημα. Διότι ο Φράνκο δρούσε στο παρασκήνιο, αυξάνοντας τις νίκες του. Τελικώς ο Generalissimo ανακήρυξε τον εαυτό του jefe nacional και στις 19 Απριλίου 1937  μετονόμασε την οργάνωση σε Falange Espanola Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional-Sindicalist.
Τελικώς, κατόπιν τριών ετών ψευδών, ο Χοσέ Αντόνιο έλαβε τον οφειλόμενο στο πρόσωπό του σεβασμό το 1939. Τα λείψανα του ανεσκάφησαν και μεταφέρθηκαν στη Μονή Εσκοριάλ. Αεροπλάνα έριξαν στεφάνια στο νεκροταφείο του Αλικάντε και ο Φράνκο απέδωσε μέσω ραδιοφώνου φόρο τιμής στον νεκρό ηγέτη. Πραγματοποιήθηκε μια τεράστια τελετή κηδείας, η οποία διήρκεσε 10 ημέρες και περιελάμβανε πομπή 284 μιλίων με το φέρετρο του στους ώμους των Φασιστών. Ο Μουσολίνι έστειλε  Ιταλούς Φασίστες να φέρουν προσωπικά ένα χάλκινο στεφάνι στον τάφο του. Ο Χοσέ Αντόνιο ετάφη στη Μονή Εσκοριάλ  στα Όρη Γκουανταράμμα ανάμεσα στον βασιλιά και τις βασίλισσες της Ισπανίας. Αφότου έκτισε ο Φράνκο  την Κοιλάδα των Πεσόντων, τα λείψανα του μεταφέρθηκαν εκεί για τελευταία φορά στις 30 Μαρτίου 1959.
Το κόμμα του στρατηγού Φράνκο αντιμετώπισε τον Χοσέ Αντόνιο ως μάρτυρα, προκειμένου να κερδίσει την υποστήριξη των οπαδών του Εθνικού Επαναστατικού Κινήματος. Έχοντας συγχωνευθεί με την πολιτοφυλακή των Καρλιστών  από τον Φρανσίσκο Φράνκο το 1937, η οργάνωση μετονομάστηκε σε Falange Española Tradicionalista και έγινε το επίσημο κόμμα του εθνικιστικού κράτους. Ήταν, ωστόσο, μια σαφώς λιγότερο ανεξάρτητη δύναμη από τον ιταλικό φασισμό, την οποίαν εκμεταλλευόταν και χειραγωγούσε ο Φράνκο. Από τα μέσα του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου και μετά το κόμμα αποδυναμωνόταν σταθερά και ο Φράνκο προσπάθησε να το κάνει ένα είδος γραφειοκρατικού εθνικιστικού μετώπου. Το ίδιο το Φαλαγγιτικό κίνημα εξασθένησε και τυχόν υπολείμματα του παλαιού επαναστατικού πνεύματος εξαλείφθηκαν για να καθησυχάσουν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τον στρατό. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ουσιαστικά δεν είχε καμία επιρροή. Τα άρθρα και οι ομιλίες του Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα βοηθούν στην διαμόρφωση μέρους του δόγματος του εθνικιστικού κινήματος του Φράνκο· αλλά όπως κάθε άλλη από όλες τις κυρίαρχες πολιτικές οργανώσεις, δεν μπορούσαν πραγματικά να θρέψουν πέραν του συμβατισμού και να θεσπίσουν τις πραγματικά Επαναστατικές πτυχές του δόγματος, το οποίο θα είχε καταστήσει την Ισπανία ένα πραγματικό Έθνος του Λαού.
Με όλα όσα έχουν ειπωθεί, είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς, ότι ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι χρησιμοποιούν αλόγιστα μια λέξη τόσο ισχυρή όσο η λέξη «Φασίστας». Αυτός ο όρος χρησιμοποιήθηκε προχείρως για τον χαρακτηρισμό οποιουδήποτε ατόμου ή οργανώσεως της Δεξιάς,  που θεωρούνται επαναστατικά, όποιου αγαπά την χώρα του πάνω απ 'όλα, και όποιου εγκρίνει μια αυταρχική κυβέρνηση. Σήμερα, οι πατριώτες  Χριστιανοί της μεσαίας τάξεως που πιστεύουν στην ατομική ευθύνη φάνηκε ότι χαρακτηρίζονται ως Φασίστες ή ως συμπαθούντες τον Φασισμό. Ο Ιούλιος Έβολα έχει σχολιάσει, ότι «ο φασισμός έχει υποστεί μια διαδικασία, η οποία μπορεί να ονομασθεί μυθοποίηση και η στάση που υιοθετούν πολλοί απέναντί ​​του είναι περισσότερο παθιασμένη και παράλογη είδους παρά κριτική και πνευματική».
Σε ένα σημείωμα που τελικώς  δημοσιεύθηκε στον ισπανικό τύπο στις 10 Δεκεμβρίου 1934, ο Χοσέ Αντόνιο δηλώνει σαφώς ότι η  «Falange Espanola de las J.O.N.S. δεν είναι φασιστικό κίνημα. Συμπίπτει με τον Φασισμό συγκεκριμένα σε βασικά σημεία, τα οποία είναι καθολικής ισχύος· αλλά καθημερινώς αποκτά ένα δικός της σαφέστερο περίγραμμα, και είναι πεπεισμένη ότι ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι και κανένα άλλο θα βρει τις πιο καρποφόρες δυνατότητές της για ανάπτυξη.» Ακόμα και στο τέλος της ζωής του απογοητεύτηκε έντονα από την πολιτική ονομασία και τον εκφοβισμό. «Με εκπλήσσει το γεγονός, ότι μετά από τρία χρόνια, η τεράστια πλειοψηφία των συμπατριωτών μας πρέπει να συνεχίσει να μας κρίνει χωρίς να έχει αρχίσει να δείχνει το λιγότερο σημάδι για να μας καταλάβει, και μάλιστα χωρίς να έχει αναζητήσει ή  αποδεχθεί τις παραμικρές πληροφορίες.»
Δεν είναι περίεργο  σε αυτήν την εποχή της ανηθικότητας και των αντι-ηρώων, ο Χοσέ Αντόνιο ξεχωρίζει σαν ένας Φάρος Φωτός με μια ολοένα αυξανόμενη δημοτικότητα και υποστήριξη, όχι μόνον σε ολόκληρη την Ισπανία αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο επίσης.

 Σημειώσεις
1. Jerez de la Frontera (Χερέθ ντε λα Φροντέρα ) είναι πόλη και δήμος στην Ανδαλουσία, στη νότια Ισπανία, η οποία βρίσκεται στην επαρχία του Κάδιθ.
2. Το πραξικόπημα (pronunciamiento) του Μαρτίνεθ-Κάμπος εγκατέστησε τον Αλφόνσο ΙΒ΄ ως βασιλέα, επιφέροντας το τέλος της Πρώτης Ισπανικής Δημοκρατίας. Μετά από αυτό, το σύνταγμα του 1876 γράφτηκε και εφαρμόστηκε κατά την διάρκεια ολόκληρης της Παλινορθώσεως. Το σύνταγμα αυτό καθόρισε την Ισπανία ως συνταγματική μοναρχία με διπλό νομοθετικό σώμα (Cortes Generales), αποτελούμενο από την άνω βουλή (Senado-Γερουσία) και την κάτω βουλή (Congreso de los Diputados, Βουλή). Το Σύνταγμα αυτό έδινε στον βασιλιά την εξουσία να ορίζει γερουσιαστές και να ανακαλεί νόμους εφόσον το επιθυμούσε και του ανέθετε επίσης την ηγεσία του στρατού.
3. Fe  στα ισπανικά σημαίνει πίστη
4. Juntas de Ofensiva Nacional-Sindicalist - J.O.N.S. Συνελεύσεις της Εθνικής Συνδικαλιστικής Αντεπιθέσεως, οργάνωση, η οποία προέκυψε  στις 10 Οκτωβρίου 1931 από την ενοποίηση των οργανώσεων  La Conquista del Estado (Η Κατάκτηση του Κράτους) του  Ramiro Ledesma Ramos και  Juntas Castellanas de Actuación Hispánica (Καστιλλιάνικη Συνέλευση Ισπανικής Δράσεως) του Onésimo Redondo. Υπήρξε μικρή οργάνωση βασισμένη σε φοιτητές της Μαδρίτης και σε εργάτες και αγρότες εντός και πέριξ της Βαγιαδολίδ.  Το 1933 άρχισε να μεγαλώνει ως οργάνωση, ξεκίνησε την έκδοση του θεωρητικού περιοδικού  JONS., δημιούργησε εργατικό σωματείο στην Καστίλη και την Βαγιαδολίδ, ίδρυσε την Ομοσπονδία Αγροτικών Σωματείων, ενώ συνολικά προέβη στην δημιουργία περίπου 175 εργατικών σωματείων. Ο Λεντέσμα Ράμος δολοφονήθηκε από την αριστερά και ο Ονεσίμο Ρεντόντο έπεσε κατά τον ισπανικό εμφύλιο στο πεδίο της μάχης ηρωικώς μαχόμενος.
5. Manuel Hedilla Larrey  (18 Ιουλίου 1902- 4 Φεβρουαρίου  1970), εκ των αρχικών μελών της Φάλαγγος και στενός συνεργάτης του Χοσέ Αντόνιο.  Έλαβε μόρφωση από ρωμαιοκαθολικά σχολεία και εργάσθηκε ως εργάτης σε ναυπηγεία και σε δημόσια έργα επί δικτατορίας Miguel Primo de Rivera, έζησε, ωστόσο, και μεγάλες περιόδους ανεργίας.  Ανήκε στην αριστερή πτέρυγα της Φάλαγγος και έδιδε μεγάλη βαρύτητα στην  προλεταριακή και συνδικαλιστική πλευρά αυτής.  Μετά την δολοφονία του Χοσέ Αντόνιο τον διαδέχθηκε στην ηγεσία της Φάλαγγος για λίγους μήνες, καθόσον ακολούθησε η πραξικοπηματική και βιαία μέσω του Decreto de Unificaciòn, (Διάταγμα ενοποίησης) συγχώνευση της  Φάλαγγος (Falange Española de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista / FE de las JONS)  με τους Καρλιστές της Comunión Tradicionalista  (μάχιμοι βασιλόφρονες υπέρ της γραμμής του δον Κάρλος-Μαρία κόμη της Μολίνα της δυναστείας των Βουρβόνων) και με τους αντιδραστικούς  της CEDA(Confederación Española de Derechas Autónomas/ Ισπανική Ομοσπονδία Δεξιών Αυτονόμων, συντηρητική-καθολική οργάνωση), του Bloque Nacional (Εθνικό Μέτωπο,  μοναρχικό κόμμα)και της  Renovación Española (RE, Ισπανική Αναγέννηση, μοναρχικό κόμμα) και την δημιουργία της Falange Española Tradicionalista y de las Juntas de Ofensiva Nacional Sindicalista.
Ο Hedilla, επειδή μαζί με άλλους αδιάλλακτους Φαλαγγίτες αρνήθηκε να υπακούσει στην συγχώνευση του Φράνκο, συνελήφθη και δικάσθηκε με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του Φράνκο. Κατεδικάσθη σε θανατική ποινή, η οποία μετετράπη αργότερα σε είκοσι χρόνια φυλακίσεως, για να εκτίσει εν τέλει τέσσερα έτη.
Η εις βάρος του κριτική από τον συγγραφέα του άρθρου είναι μάλλον άδικη. Προφανώς ο Hedilla δεν ήταν χαρισματικός ηγέτης, όπως ο προκάτοχός του, όμως λαμβανομένων υπ’ όψιν των τότε συνθηκών και εξελίξεων φαίνεται, ότι δεν είχε και πολλά περιθώρια αντιδράσεως.